Στη μέση του χωραφιού στεκόταν ένα σκιάχτρο που χαμογελούσε. Κανείς δεν ήξερε ποιος του είχε ζωγραφίσει εκείνο το παράξενο χαμόγελο· αν ήταν το χέρι ενός ανθρώπου ή η σοφία του χρόνου που είχε μάθει να χαμογελά ακόμη και στα ξεχασμένα πράγματα.
Τα πουλιά το φοβούνταν στην αρχή, μα ύστερα κατάλαβαν πως εκείνο δεν φύλαγε το χωράφι από αυτά. Φύλαγε τις αναμνήσεις του. Κάτω από το παλιό του καπέλο έκρυβε καλοκαίρια που πέρασαν, βροχές που άργησαν, και τα βήματα ανθρώπων που κάποτε περπάτησαν ανάμεσα στα στάχυα.
Το χαμόγελο του σκιάχτρου ήταν ένα μικρό μυστήριο. Ένα χαμόγελο χωρίς χαρά, αλλά γεμάτο κατανόηση. Σαν να γνώριζε πως όλα όσα τρομάζουν τον άνθρωπο -η φθορά, η μοναξιά, η λήθη -είναι απλώς δρόμοι προς μια άλλη μορφή παρουσίας.
Και όταν ο άνεμος περνούσε από το χωράφι τα βράδια, το σκιάχτρο συνέχιζε να χαμογελά. Ίσως γιατί είχε ανακαλύψει το μυστικό που ξεχνούν οι άνθρωποι: πως ακόμη και τα πιο μοναχικά πρόσωπα κρατούν κάτι από εκείνους που στάθηκαν κάποτε δίπλα τους, κάτω από τον ίδιο ουρανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου