Υπάρχουν εκφράσεις που γνωρίζουν περισσότερη ιστορία από τα βιβλία. «Γεφύρωσε το αυλάκι», λένε οι παλιοί, κι έτσι ο Κορινθιακός γίνεται ξαφνικά ένα ταπεινό αυλάκι, σαν εκείνα που οδηγούν το νερό στα χωράφια. Η γλώσσα δεν σφάλει· μεταμορφώνει: ό,τι φαίνεται αχανές, το φέρνει στα μέτρα του ανθρώπου.
Ίσως όλες οι γεωγραφίες να είναι, τελικά, γλωσσικές. Η Πελοπόννησος δεν χωριζόταν μόνο από μια θάλασσα, αλλά από μια λέξη που περίμενε αιώνες να αποκτήσει το αντίθετό της. Η λέξη ήταν «απέναντι». Απο την μια πλευρά, πάνω από το αυλάκι η Αιτωλοακαρνανία κι απέναντι, κάτω η Πελοπόννησος. Η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου δεν ένωσε δύο ακτές· κατάργησε μια λέξη.
Πριν από αυτήν υπήρχε το πλοίο- το φεριμπότ, η αναμονή, ο άνεμος, η αβεβαιότητα. Μετά από αυτήν υπάρχει ένας δρόμος που μοιάζει να ήταν πάντοτε εκεί. Αυτό είναι το παράδοξο κάθε μεγάλου έργου: όταν ολοκληρωθεί, διαγράφει από τη μνήμη την απουσία του.
Οι άνθρωποι πιστεύουν πως περνούν πάνω από τη γέφυρα. Ίσως όμως να συμβαίνει το αντίθετο. Ίσως η γέφυρα να περνά αδιάκοπα πάνω από τους ανθρώπους, ενώ εκείνοι αλλάζουν πρόσωπα, ηλικίες και ονόματα. Η γέφυρα παραμένει, όπως παραμένει μια πρόταση που συνεχίζει να διαβάζεται από διαφορετικούς αναγνώστες.
Το «αυλάκι» δεν ήταν ποτέ μόνο νερό. Ήταν το μέτρο της απόστασης που ο άνθρωπος μπορούσε να ανεχθεί. Και όταν η απόσταση έπαψε να υπάρχει, η λέξη έμεινε πίσω, σαν απολίθωμα μιας παλαιότερης πραγματικότητας.
Ίσως αυτό να είναι το πεπρωμένο όλων των γεφυρών: να μη γεφυρώνουν τόπους, αλλά εποχές. Να αποδεικνύουν πως ο κόσμος δεν αλλάζει όταν αλλάζει η γη, αλλά όταν αλλάζει η ονομασία του κενού που μας χώριζε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου