1/7/26

«Όποιος έχει το μαχαίρι κόβει το καρπούζι.»


Λέγεται σαν παροιμία, αλλά μοιάζει περισσότερο με μικρό θέατρο εξουσίας: «Όποιος έχει το μαχαίρι κόβει το καρπούζι.»

Στο καλοκαιρινό τραπέζι, εκεί όπου το καρπούζι ανοίγει σαν κόκκινη υπόσχεση, δεν μοιράζεται μόνο η σάρκα του φρούτου· μοιράζεται και η απόφαση. Ποιος θα χαράξει την πρώτη τομή, ποιος θα ορίσει τα κομμάτια, ποιος θα διαλέξει το πρώτο, το πιο γλυκό, το πιο “δίκαιο” κομμάτι.

Το μαχαίρι εδώ δεν είναι απλώς εργαλείο. Είναι ρόλος. Είναι εκείνη η μικρή στιγμή όπου η τυχαιότητα υποχωρεί και εμφανίζεται η τάξη- ή η αυθαιρεσία της τάξης. Γιατί όποιος κόβει, δεν μοιράζει πάντα ισότιμα· μοιράζει και λίγο από τον εαυτό του μέσα στη μοιρασιά: την προτίμηση, την βιασύνη, τη γενναιοδωρία ή τη μυστική μεροληψία.

Κι όμως, το καρπούζι αντιστέκεται σιωπηλά. Δεν διαμαρτύρεται. Δέχεται το μαχαίρι σαν να γνωρίζει πως κάθε καλοκαίρι πρέπει κάτι να διαμελιστεί για να υπάρξει κοινή απόλαυση. Η φλούδα του γίνεται σύνορο και γέφυρα μαζί: από έξω σκληρό, από μέσα κόκκινο, σχεδόν υπερβολικά ζωντανό, σαν να γελά με την ίδια του τη μοίρα.

Ίσως η παροιμία να λέει λιγότερο για το φαγητό και περισσότερο για τις ανθρώπινες σχέσεις. Για το ποιος κρατά το εργαλείο της απόφασης, και ποιος απλώς περιμένει να του δοθεί ένα κομμάτι κόσμου ήδη κομμένο.

Και κάπου εκεί, μέσα στο καλοκαίρι, το ερώτημα μένει ανοιχτό: όταν αλλάξει χέρια το μαχαίρι, αλλάζει και η γεύση;

Δεν υπάρχουν σχόλια: