Η εφημερίδα της επαρχίας δεν έχει αρχή έκδοσης. Έχει μόνο ένα συνεχές «εν τω γίγνεσθαι» που τυπώνεται σε χαρτί που δεν προλαβαίνει να στεγνώσει. Τυπώνεται σε χαρτί που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για άλλα πράγματα: για να τυλιχτούν σύκα, να σημειωθούν χρέη, να ξεχαστούν αριθμοί τηλεφώνου. Γι’ αυτό κάθε είδηση έχει πάνω της ίχνη προηγούμενων ειδήσεων, σαν μνήμη που δεν διαγράφεται.
Κάθε πρωί βρίσκεται ήδη στα ίδια σημεία: στο τραπεζάκι του καφενείου, πάνω στο ταμείο του μπακάλικου, δίπλα στο άδειο παγκάκι της πλατείας. Κανείς δεν θυμάται ποιος την έφερε εκεί. Ίσως να ήταν πάντα εκεί, απλώς χθες δεν είχε ακόμη αποφασίσει να υπάρξει.
Κάθε φύλλο είναι ήδη παλιό τη στιγμή που το αγγίζεις, αλλά όχι επειδή πέρασε ο χρόνος· επειδή ο χρόνος το έχει ήδη ξαναγράψει αλλού. Οι ειδήσεις της είναι μικρές ρωγμές: «Το καμπαναριό χτύπησε μια ώρα που δεν αντιστοιχεί σε καμία μνήμη», «Ένας δρόμος εμφανίστηκε ανάμεσα σε δύο αναμνήσεις και τις χώρισε ευγενικά», «Η βροχή υπέγραψε συμφωνία με το χώμα χωρίς μεσολαβητές».
Οι αναγνώστες δεν διαβάζουν γραμμικά. Ανοίγουν την εφημερίδα σε οποιοδήποτε σημείο και βρίσκουν πάντα το ίδιο πράγμα: μια πρόταση που τους περιγράφει χωρίς να τους κατονομάζει. Αν τη διαβάσουν δεύτερη φορά, αλλάζει ελαφρώς, σαν να θυμήθηκε ότι την κοίταξαν.
Κάθε αναγνώστης βρίσκει κάτι διαφορετικό. Ο ένας διαβάζει για μια βροχή που ξέχασε να πέσει στο χωράφι του. Ο άλλος για έναν θάνατο που καθυστέρησε ευγενικά. Κι ένας τρίτος για ένα γεγονός που δεν συνέβη ποτέ, αλλά τον αφορά προσωπικά.
Η εφημερίδα δεν έχει οικονομικό ένθετο, μόνο ένα μικρό τμήμα με τίτλο «Πιθανότητες»: εκεί αναγράφονται πράγματα που ίσως συμβούν αν τα σκεφτείς αρκετά ή αν τα αγνοήσεις πλήρως.
Κάποιοι λένε πως υπάρχει μόνο ένα αντίτυπο και ταξιδεύει μόνο του, από σπίτι σε σπίτι, όχι στον χώρο αλλά στις πιθανότητες. Άλλοι επιμένουν πως κάθε χωριό τυπώνει τη δική του εκδοχή και ότι όλες είναι αληθινές, αλλά καμία δεν συμφωνεί με την άλλη.
Η πιο παράξενη στήλη λέγεται «Προσωπικά». Εκεί δεν δημοσιεύονται αγγελίες ανθρώπων, αλλά αγγελίες γεγονότων που ψάχνουν τον ιδιοκτήτη τους: «Χάθηκε μια παιδική ηλικία με ελαφρά σύννεφα στο φόντο. Όποιος την αναγνωρίζει να περάσει από το καφενείο μετά τη λήθη.»
Στο κεντρικό της ένθετο υπάρχει πάντα μια επανάληψη. Μια φράση που επανέρχεται με μικρές αποκλίσεις, σαν να προσπαθεί να θυμηθεί τον εαυτό της: «Σήμερα συνέβη το ίδιο γεγονός, αλλά με διαφορετικό αναγνώστη».
Κανείς δεν είναι σίγουρος αν οι ανταποκριτές της υπάρχουν ή αν είναι απλώς τα ίχνη των γεγονότων που προσπαθούν να αυτο-καταγραφούν. Υπογράφουν με αρχικά που αλλάζουν αν τα κοιτάξεις δεύτερη φορά.
Υπάρχει και μια περίεργη στήλη που λέγεται «Διορθώσεις του Σύμπαντος». Εκεί δεν διορθώνονται λάθη, αλλά οι ίδιες οι πραγματικότητες: «Στην προηγούμενη έκδοση, το παρελθόν υπήρξε κατά λάθος υπερβολικά συνεπές», «Η μνήμη του χωριού ζητά συγγνώμη για την ακρίβειά της».
Και στο τέλος, πάντα, μια μικρή σημείωση χωρίς υπογραφή:
«Το παρόν φύλλο αποτελείται από όσα δεν έχουν ακόμη αποφασίσει αν είναι παρελθόν. Το παρόν φύλλο διαψεύστηκε από το επόμενο πριν διαβαστεί».
Και όταν η εφημερίδα κλείσει, δεν κλείνει πραγματικά· απλώς γίνεται για λίγο αδιάβαστη, μέχρι να τη ξανανοίξει κάποιος που δεν θυμάται ότι την περίμενε. Και όταν το φύλλο διαβαστεί, δεν πετιέται. Διπλώνεται μόνο του και περιμένει. Γιατί στην επαρχία, η εφημερίδα δεν λέει τι έγινε· λέει τι δεν έχει ακόμη αρχίσει να συμβαίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου