Ο φραπές, από μόνος του, είναι ήδη μια άρνηση της βεβαιότητας: στιγμιαίος, αφρισμένος, λίγο τεχνητός, αλλά με την ψευδαίσθηση της ανεμελιάς.
Και μέσα του, το παγωτό δεν πέφτει απλώς· εισβάλλει.
Στην αρχή επιπλέει σαν λευκό νησί μέσα σε καφέ θάλασσα. Μετά αρχίζει η διάλυση: η κρύα του σάρκα υποχωρεί στον αφρό, γλυκαίνει την πίκρα, αλλά ταυτόχρονα την αποδυναμώνει. Ο φραπές χάνει τη λιτότητά του και γίνεται κάτι άλλο -πιο παχύ, πιο αβέβαιο, σχεδόν μεθυσμένο.
Είναι σαν να βάζεις μνήμη παιδική μέσα σε ρόφημα ενηλίκου και να περιμένεις να συνεννοηθούν.
Το κουτάλι δεν ανακατεύει μόνο υλικά· ανακατεύει εποχές: το καλοκαίρι της πλατείας και το καλοκαίρι της γλώσσας. Και στο τέλος, αυτό που πίνεις δεν είναι ούτε φραπές ούτε παγωτό.
Είναι μια μικρή, προσωρινή συνωμοσία εναντίον της καθαρότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου