Λένε πως στην αρχή δεν υπήρχε άμμος, παρά μόνο μια ενιαία πέτρα που θυμόταν τα πάντα. Θυμόταν τα κύματα πριν ακόμη υπάρξει θάλασσα, και τον άνεμο πριν ακόμη βρει όνομα.
Όταν όμως ο κόσμος κουράστηκε από τη βεβαιότητα, η πέτρα ράγισε. Όχι από βία, αλλά από αμφιβολία. Θρυμματίστηκε. Και από τις ρωγμές της ξεχύθηκαν κόκκοι -μικρές μονάδες λήθης. Αυτοί ήταν οι πρώτοι κόκκοι άμμου.
Η θάλασσα τους αναγνώρισε αμέσως. Τους πήρε μέσα της, όχι για να τους καταπιεί, αλλά για να τους θυμάται αλλιώς. Τους έβγαζε στην ακτή, κάθε φορά λίγο διαφορετικούς, σαν λέξεις σε γλώσσα που δεν σταματά να ξαναγράφεται.
Ο άνεμος, που τότε δεν είχε ακόμη χαρακτήρα, άρχισε να παίζει μαζί τους. Τους μετέφερε από τόπο σε τόπο, σαν να δοκίμαζε αν η ύλη μπορεί να αποκτήσει ρυθμό. Έτσι γεννήθηκαν οι θίνες: πρόχειρα βουνά της προσωρινότητας.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη διαρκή μετακίνηση, κάτι επέμενε να μένει. Μια μνήμη χωρίς μορφή. Δεν ήταν ούτε θάλασσα ούτε ξηρά, αλλά το μεταξύ τους. Αυτό ονομάστηκε οικολογία της άμμου: η ισορροπία όσων δεν θέλουν να ισορροπήσουν.
Οι πρώτες ρίζες που τόλμησαν να ζήσουν εκεί δεν φύτρωσαν· συμφώνησαν. Συμφώνησαν με τον άνεμο να μη σπάσουν, με το αλάτι να μην εξαφανιστούν, με την κίνηση να γίνει σπίτι. Και έτσι, κάθε φυτό έγινε μια μικρή διαπραγμάτευση με το χάος.
Οι άνθρωποι που αργότερα περπάτησαν εκεί, νόμισαν πως η άμμος είναι έρημη. Δεν είδαν ότι κάθε κόκκος είναι μια παλιά πέτρα που έχασε τη σιγουριά της για να μπορέσει να κινηθεί.
Και ίσως αυτό να είναι το τελευταίο μάθημα της άμμου: ότι η ζωή δεν είναι η αντίσταση στην αλλαγή, αλλά η λεπτή τέχνη του να γίνεσαι αλλαγή χωρίς να εξαφανίζεσαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου