Στα χωριά και στις μικρές πόλεις της επαρχίας, το παλιό καφενείο ήταν κάτι περισσότερο από ένα μαγαζί. Ήταν η καρδιά του τόπου. Κάτω από τον ίσκιο του πλατάνου ή δίπλα στην πλατεία, με τις ξύλινες καρέκλες, τα μαρμάρινα τραπέζια και το ρολόι στον τοίχο, συναντιόταν ολόκληρη η κοινωνία.
Εκεί έφταναν πρώτα τα νέα του χωριού. Ο αγρότης μετά το χωράφι, ο ψαράς μετά τη θάλασσα, ο τεχνίτης μετά το μεροκάματο. Ένας ελληνικός καφές στη χόβολη, ένα ποτήρι νερό και μια κουβέντα αρκούσαν για να περάσει η ώρα. Ο καφετζής δεν σέρβιρε μόνο καφέ· ήξερε τις ιστορίες των ανθρώπων, τις χαρές, τις απώλειες, τα μυστικά και τις σιωπές τους.
Στους τοίχους κρεμόταν ένα ημερολόγιο, μια παλιά φωτογραφία, ίσως ένα ραδιόφωνο που έπαιζε χαμηλά δημοτικά τραγούδια. Στα τραπέζια παίζονταν τάβλι και δηλωτή, αλλά κυρίως παίζονταν οι μεγάλες κουβέντες για τη ζωή, τον καιρό, την πολιτική, τη σοδειά και τα παιδιά που έφυγαν για την πόλη.
Σήμερα πολλά από εκείνα τα καφενεία έκλεισαν. Οι νέοι έφυγαν, οι πλατείες άδειασαν, και ο καφές έγινε γρήγορη στάση αντί για καθημερινή τελετουργία. Όμως τα παλιά καφέ της επαρχίας παραμένουν στη μνήμη σαν μικρά καταφύγια ανθρώπινης επαφής.
Γιατί εκεί δεν πήγαινες μόνο για να πιεις έναν καφέ. Πήγαινες για να συναντήσεις τον κόσμο σου. Και κάθε άδειο τραπέζι τους μοιάζει ακόμη να περιμένει κάποιον που θα έρθει να καθίσει, να πει μια ιστορία και να αφήσει πίσω του λίγη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου