Η αλεπού εμφανίστηκε στην παραλιακή ταβέρνα λίγο πριν σβήσει ο ήλιος, σαν να την είχε καλέσει η ίδια η γωνία του φωτός.
Κάποιοι νόμιζαν πως ήταν σκύλος. Άλλοι δεν την είδαν καθόλου, πράγμα πιο συνηθισμένο απ’ όσο φαίνεται.
Πέρασε ανάμεσα από καρέκλες με άμμο και ιστορίες που είχαν ήδη ειπωθεί δύο φορές καλύτερα απ’ ό,τι άξιζαν. Η θάλασσα απέναντι έκανε πως δεν την αφορά το ανθρώπινο βράδυ, αλλά κοίταζε κρυφά.
Στο ψυγείο με τα ψάρια, η αλεπού στάθηκε για λίγο. Έγλειψε τον αέρα, όχι από πείνα αλλά από περιέργεια για τη μνήμη του νερού.
«Χάθηκες;» τη ρώτησε ο σερβιτόρος.
«Όχι», είπε. «Απλώς πέρασα από τη σωστή πλευρά της σύγχυσης.»
Κάθισε σε μια άδεια καρέκλα δίπλα σε ένα τραπέζι όπου ένας άντρας έπινε ούζο σαν να προσπαθούσε να διαγράψει κάτι από μέσα του. Δεν τα κατάφερνε, αλλά συνέχιζε με αξιοπρέπεια.
Η αλεπού τον κοίταξε.
«Τι θυμάσαι;» τη ρώτησε εκείνος, χωρίς να ξέρει γιατί μιλάει σε ζώα.
«Όχι αρκετά για να είμαι ήσυχη», απάντησε η αλεπού.
Στο διπλανό τραπέζι, ένας ψαράς μύριζε θάλασσα και ήττα. Η αλεπού τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έχουν τα όντα που ξέρουν ότι όλα είναι λίγο γελοία, αλλά συνεχίζουν ευγενικά.
«Εσύ τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε.
«Σας παρατηρώ», είπε. «Είστε το μόνο είδος που πληρώνει για να ξεχνάει ποιο είναι.»
Η αλεπού άφησε ένα νόμισμα στο τραπέζι. Κανείς δεν ξέρει από πού το είχε. Ίσως από μια τσέπη του χρόνου.
Και πριν φύγει, είπε:
«Μην ανησυχείτε. Δεν είμαι σύμβολο. Είμαι απλώς μια παρεξήγηση που έμαθε να περπατά όρθια.»
Η θάλασσα σκοτείνιαζε αργά, σαν να έκλεινε βιβλίο χωρίς να έχει τελειώσει το τελευταίο κεφάλαιο. Τα φώτα της ταβέρνας άναψαν και έκαναν τα πάντα να μοιάζουν λίγο πιο εξηγήσιμα απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα.
Όταν η αλεπού σηκώθηκε να φύγει, κανείς δεν την σταμάτησε. Στις παραλιακές ταβέρνες τα ανεξήγητα έχουν συμφωνία να μην ενοχλούν.
Ένας τουρίστας προσπάθησε να την τραβήξει φωτογραφία, αλλά η αλεπού είχε ήδη γίνει κάτι ανάμεσα σε σκιά και αμφιβολία. Άφησε στην άμμο ένα ίχνος που δεν έμοιαζε με πατημασιά αλλά με σκέψη που δεν ολοκληρώθηκε.
Κι έτσι χάθηκε προς την άκρη της ακτής, εκεί που η στεριά ξεχνάει ότι κάποτε ήταν θάλασσα.
Η ταβέρνα συνέχισε να λειτουργεί κανονικά, όπως πάντα: με λίγο κρασί, λίγη φασαρία και μια ανεξήγητη αίσθηση ότι κάτι πολύ σημαντικό μόλις δεν εξηγήθηκε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου