Στην άκρη ενός μικρού καφενείου, δυο-τρεις καρέκλες κοιτούν προς τη θάλασσα και πέρα από αυτήν, εκεί όπου ο Άθως σηκώνεται σαν σιωπηλό όριο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το άρρητο. Δεν είναι πολυτελείς καρέκλες· είναι απλές, ξύλινες, λίγο φθαρμένες από τον ήλιο και το αλάτι. Κι όμως, από εκείνες τις θέσεις η θέα μοιάζει να αποκτά βάρος, σαν να μην παρατηρείς απλώς το τοπίο αλλά να συμμετέχεις σε μια παλιά προσευχή.
Το πρωί, το φως ακουμπά πρώτα τις κορυφές και ύστερα γλιστρά ως τα νερά. Το απόγευμα, οι σκιές μακραίνουν και το βουνό γίνεται πιο ήσυχο, σχεδόν αυστηρό. Οι καρέκλες μένουν εκεί, στραμμένες προς το ίδιο σημείο, σαν να έχουν μάθει πως ορισμένες θέες δεν τις κοιτάς βιαστικά. Τις αφήνεις να σε κοιτάξουν εκείνες.
Όποιος κάθεται σε μια τέτοια καρέκλα δεν βλέπει μόνο ένα τοπίο. Βλέπει την απόσταση να γίνεται σεβασμός, τη σιωπή να γίνεται συντροφιά και τη θάλασσα να κρατά, με τον δικό της τρόπο, το μυστήριο του Αγίου Όρους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου