4/7/26

Αχιβάδες και κοχύλια.


Στην παραλία εκείνη που οι χάρτες την είχαν ξεχάσει επίτηδες για να μην μπλέκονται σε υπαρξιακά ζητήματα, οι αχιβάδες είχαν τη φήμη των σοβαρών εργατών και τα κοχύλια των αδιόρθωτων ποιητών που έγραψαν ένα αριστούργημα και μετά το πέταξαν στη θάλασσα για να δουν αν επιστρέφει ως κάτι καλύτερο.

Ο Κώστας -ερασιτέχνης μεταφραστής της άμμου και επαγγελματίας αποτυχημένος στη ζωή γενικώς- πίστευε ότι η φύση κάνει χιούμορ, απλώς πολύ αργά για να το καταλάβουμε εγκαίρως.

«Οι αχιβάδες», έλεγε, «είναι σαν ανθρώπους που πήραν όρκο σιωπής επειδή μια φορά είπαν την αλήθεια και δεν τους άρεσε το αποτέλεσμα».

Και πράγματι: οι αχιβάδες δεν συμμετείχαν στο πανηγύρι. Δεν έβγαζαν ήχο, δεν έκαναν εντυπώσεις, δεν ζητούσαν προσοχή. Δούλευαν την άμμο από μέσα, σαν μικροί λογιστές του βυθού που κανείς δεν τους έδωσε ποτέ προαγωγή.

Τα κοχύλια, από την άλλη, είχαν εγκαταλείψει κάθε ιδέα σταθερής ταυτότητας. Ήταν πρώην σπίτια, πρώην καταφύγια, πρώην “κάτι σημαντικό”. Τώρα ήταν ακουστικά μηχανήματα για τη νοσταλγία. Αν τα έβαζες στο αυτί σου, άκουγες όχι τη θάλασσα, αλλά τη θάλασσα που ήθελε να γίνει τραγούδι αλλά της έλειπε ο ρεφρέν.

Μια μέρα εμφανίστηκε μια γυναίκα που ισχυριζόταν ότι μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις των όστρακων. Κρατούσε σημειωματάριο και φορούσε παπούτσια διαφορετικού χρώματος «για να μην μπερδεύονται οι κατευθύνσεις της πραγματικότητας».

«Τι λένε οι αχιβάδες;» τη ρώτησε ο Κώστας.

«Τίποτα», απάντησε. «Αλλά το τίποτα τους έχει γραμματική.»

«Και τα κοχύλια;»

«Αυτά λένε πάρα πολλά. Το πρόβλημα είναι ότι δεν συμφωνούν μεταξύ τους, ούτε καν με τον εαυτό τους

Τότε συνέβη το εξής ύποπτα απλό: ένα κοχύλι άρχισε να γελάει. Όχι με ήχο, αλλά με εκείνη τη δόνηση που κάνει την άμμο να θυμάται ότι κάποτε ήταν βράχος και το μετάνιωσε.

Οι αχιβάδες δεν αντέδρασαν. Απλώς συνέχισαν να φιλτράρουν τον κόσμο, σαν να προσπαθούσαν να τον κάνουν λίγο πιο υποφερτό πριν τον παραδώσουν πίσω στο σύμπαν.

Ο Κώστας κατάλαβε τότε κάτι που τον ενόχλησε βαθιά, γιατί έμοιαζε χρήσιμο: τα κοχύλια είναι αυτό που απομένει όταν η εμπειρία προσπαθεί να γίνει αφήγηση, ενώ οι αχιβάδες είναι αυτό που συμβαίνει όταν η εμπειρία αρνείται να ζητήσει άδεια για να υπάρξει.

Και κάπου εκεί, η θάλασσα -που δεν ενδιαφέρεται για φιλοσοφίες αλλά τις χρησιμοποιεί σαν διακόσμηση- άφησε ένα κύμα να σβήσει τις διακρίσεις στην άμμο.

Γιατί, στο κάτω-κάτω, η φύση δεν ξεχωρίζει ποτέ ανάμεσα σε αχιβάδες και κοχύλια.

Ξεχωρίζει μόνο ανάμεσα σε αυτό που αντέχει να μείνει κλειστό και σε αυτό που επιμένει να ακούγεται, ακόμα κι όταν δεν έχει τίποτα πια να πει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: