Από την αρχαιότητα ο άνθρωπος κοίταξε το σώμα και είδε κάτι περισσότερο από ύλη. Είδε έναν ναό, έναν χάρτη αναλογιών, μια προσπάθεια να φυλακίσει το εφήμερο μέσα στην πέτρα. Το αγαλματένιο σώμα δεν είναι απλώς ένα σώμα χωρίς κίνηση· είναι η στιγμή που η κίνηση πάγωσε για να γίνει μνήμη.
Ο γλύπτης δεν δημιουργεί μόνο μυς και καμπύλες. Αφαιρεί από το μάρμαρο ό,τι περισσεύει, σαν να ψάχνει έναν άνθρωπο που υπήρχε ήδη κρυμμένος μέσα του. Η πέτρα δεν αποκτά ζωή· αποκαλύπτει μια άλλη μορφή ζωής, σιωπηλή και αμετάβλητη.
Κι όμως, υπάρχει μια παράξενη αντίφαση: το άγαλμα επιθυμεί την αιωνιότητα, ενώ η ομορφιά του ανθρώπινου σώματος γεννιέται ακριβώς από την παροδικότητά του. Ένα βλέμμα, μια ανάσα, μια κίνηση του χεριού δεν μπορούν να γίνουν μάρμαρο χωρίς να χάσουν κάτι από το μυστήριό τους.
Ίσως το αγαλματένιο σώμα να είναι ένας διάλογος ανάμεσα στη ζωή και στον χρόνο. Η πέτρα ζητά να γίνει άνθρωπος, ενώ ο άνθρωπος συχνά ονειρεύεται να γίνει πέτρα -να ξεφύγει από τη φθορά.
Και κάπου ανάμεσα στα δύο, στο σημείο όπου η σιωπή συναντά την ομορφιά, γεννιέται το γλυπτό: ένα σώμα που δεν ζει, αλλά δεν παύει ποτέ να μας θυμίζει τι σημαίνει να είμαστε ζωντανοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου