Ο γλάρος ζήλεψε τον βράχο γιατί ο βράχος δεν φοβόταν ποτέ τον άνεμο.
Εκείνος, ο αιώνιος ταξιδιώτης, κουραζόταν από τους ορίζοντες που διαρκώς απομακρύνονταν. Κάθε πρωί άνοιγε τα φτερά του για να κατακτήσει τον ουρανό, μα κάθε βράδυ επέστρεφε με την ίδια ερώτηση: πού βρίσκεται το μέρος που δεν χρειάζεται να φύγω;
Ο βράχος δεν είχε φτερά, ούτε γνώριζε την ηδονή της πτήσης. Είχε όμως κάτι που ο γλάρος δεν μπορούσε να αποκτήσει: τη μνήμη. Είχε δεχτεί χιλιάδες κύματα, είχε ακούσει ιστορίες από ναυτικούς που χάθηκαν, είχε δει γενιές γλάρων να γεννιούνται και να εξαφανίζονται.
«Είσαι τυχερός», είπε ο γλάρος στον βράχο. «Εσύ μένεις πάντα εδώ».
«Και εσύ είσαι τυχερός», απάντησε ο βράχος. «Εσύ μπορείς να φύγεις».
Τότε ο γλάρος κατάλαβε το παράδοξο της ύπαρξης: αυτό που ζηλεύουμε στους άλλους είναι συχνά αυτό που εμείς οι ίδιοι αρνηθήκαμε να αγαπήσουμε μέσα μας.
Ο βράχος ονειρευόταν κρυφά τα φτερά. Ο γλάρος ονειρευόταν κρυφά τη σιωπή.
Και η θάλασσα, που γνώριζε και τους δύο, συνέχιζε να τους σμιλεύει: τον έναν με κύματα, τον άλλον με ανέμους. Γιατί ίσως κάθε πλάσμα είναι ένας βράχος που θέλει να πετάξει ή ένας γλάρος που ψάχνει κάπου να σταθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου