Η απόκρημνη ακτή δεν είναι τόπος· είναι μια σκέψη της γης την ώρα που αγγίζει τη θάλασσα. Εκεί ο βράχος δεν κατεβαίνει· βυθίζεται στο γαλάζιο σαν να αναζητά μια μνήμη παλαιότερη από τον άνθρωπο. Ο άνεμος περνά ανάμεσα στις σχισμές του σαν αόρατος ποιητής και αφήνει στίχους που μόνο οι γλάροι γνωρίζουν να διαβάζουν.
Η θάλασσα ανεβαίνει κάθε μέρα με την ίδια ελπίδα. Φιλά την πέτρα, υποχωρεί, επιστρέφει. Δεν βιάζεται. Ξέρει πως ο χρόνος είναι ο πιο υπομονετικός γλύπτης. Έτσι, κάθε κύμα αφαιρεί έναν ανεπαίσθητο κόκκο από τον βράχο, όπως κάθε ανάμνηση αφαιρεί κάτι από την καρδιά, ώσπου η σκληρότητα γίνεται τρυφερότητα.
Στη δύση, οι γκρεμοί φορούν χρώματα από χαλκό και μέλι. Οι σκιές μακραίνουν και μοιάζουν να κατεβαίνουν ως τον βυθό, σαν να αναζητούν τα χαμένα πρόσωπα όλων όσοι στάθηκαν εκεί πριν από εμάς. Και όταν η πανσέληνος ανατέλλει, η απόκρημνη ακτή παύει να είναι πέτρα. Γίνεται σιωπή. Μια λευκή σιωπή που φωτίζει περισσότερο από κάθε λέξη.
Ίσως γι' αυτό οι άνθρωποι στέκονται για ώρες μπροστά της χωρίς να μιλούν. Δεν περιμένουν κάποια απάντηση. Αφήνουν μόνο τον εαυτό τους να γίνει ένα ακόμη κύμα, μια ακόμη σκιά, ένας ακόμη άνεμος. Γιατί η απόκρημνη ακτή γνωρίζει ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτει ποτέ: πως τα πιο βαθιά πράγματα δεν ενώνονται με γέφυρες, αλλά με γκρεμούς. Εκεί όπου η γη τελειώνει, η ψυχή αρχίζει να ακούει τον αληθινό παλμό της θάλασσας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου