Ο έρωτας των τριών σπουργιτών δεν ζητούσε όνομα· ζητούσε ψίχουλα.
Κάτω από τη θάλασσα που ανέπνεε αργά, σαν παλιά μορφή από αλάτι και μνήμη, τα τρία σώματα κινούνταν γύρω από την ίδια μικρή ανάγκη. Η τροφή δεν ήταν αφθονία· ήταν πρόσχημα για να πλησιάσουν χωρίς να το παραδεχτούν.
Το πρώτο έφτανε πάντα πρώτο, όχι από δύναμη αλλά από παλιά συνήθεια να προηγείται της ελπίδας.
Το δεύτερο περίμενε την πτώση του ψίχουλου, σαν να εμπιστευόταν περισσότερο τη βαρύτητα παρά την τύχη.
Το τρίτο δεν έπαιρνε ποτέ αμέσως· στεκόταν λίγο πιο πίσω, εκεί όπου ο έρωτας μοιάζει με παρατήρηση.
Η θάλασσα από δίπλα έδινε τον ρυθμό: κύμα–παύση–κύμα. Σαν να τους υπενθύμιζε πως η επιθυμία δεν είναι ευθεία γραμμή αλλά επιστροφή στο ίδιο σημείο με διαφορετικό φως.
Κι όταν έπεφτε η τροφή, δεν μοιραζόταν δίκαια. Μοιραζόταν όπως μοιράζεται η προσοχή: άνισα, στιγμιαία, σχεδόν τυχαία-και γι’ αυτό ζωντανά.
Έτσι έμαθαν ότι ο έρωτας, η θάλασσα και η τροφή έχουν κάτι κοινό: δεν κρατιούνται. Μόνο πλησιάζονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου