Είναι δύσκολο να πιεις φραπέ σε αμμώδη παραλία... Εκεί όλα συνωμοτούν να ξαναγίνουν φύση.
Η άμμος δεν μένει στο έδαφος· ταξιδεύει. Σηκώνεται με τον άνεμο, κολλάει στο χέρι, βρίσκει τον ιδρώτα, και στο τέλος βρίσκει και το ποτήρι. Ο φραπές, που μέσα στην πόλη είναι τάξη -αφρός, καλαμάκι, ρυθμός- στην παραλία γίνεται ευάλωτος. Χάνει τα σύνορά του.
Κάθε γουλιά συνοδεύεται από μικρές εισβολές: κόκκοι που μπαίνουν στο στόμα όχι ως γεύση αλλά ως υπενθύμιση ότι τίποτα δεν είναι καθαρό. Το ποτήρι δεν είναι πια δοχείο, αλλά ανοιχτή ακτή.
Και υπάρχει κι άλλο: ο χρόνος. Στην παραλία δεν πίνεις βιαστικά. Ο ήλιος λιώνει τον ρυθμό, ο άνεμος τον διακόπτει, και το καλαμάκι γίνεται σχεδόν φιλοσοφικό εργαλείο αδράνειας. Ο φραπές ζεσταίνεται, η άμμος πολλαπλασιάζεται, και η απλότητα του «δροσίζομαι» μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση με το τοπίο.
Ίσως γι’ αυτό είναι δύσκολο για όσους πίνουν φραπέ να τον πίνουν στην άμμο: γιατί στην παραλία ο φραπές παύει να είναι αντικείμενο κατανάλωσης και γίνεται διάλογος με το στοιχείο που τον περιβάλλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου