Η κούνια είναι η καθημερινή τελετουργία της αιώρησης. Δεν ανεβαίνεις πραγματικά· ούτε πέφτεις. Μαθαίνεις να διαπραγματεύεσαι τη βαρύτητα σαν να ήταν ρυθμός, σαν να ήταν ανάσα που θυμάται και ξεχνάει τον εαυτό της.
Στην αιώρηση, το σώμα χάνει για λίγο την απόφασή του. Δεν ξέρει αν ανήκει στη γη ή στον αέρα, κι έτσι κατοικεί το ενδιάμεσο. Στην κούνια, αυτό το ενδιάμεσο γίνεται παιχνίδι: μια επιστροφή που πάντα αναβάλλεται, μια πτώση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Κάθε κίνηση μπρος–πίσω δεν είναι χρόνος αλλά επιμονή της μνήμης. Το παιδί δεν κινείται στον χώρο· ο χώρος κινείται γύρω από το παιδί, σαν να το σκέφτεται.
Και στο ανώτατο σημείο, εκεί όπου η ταχύτητα μετατρέπεται σε σιωπή, η αιώρηση αποκαλύπτει το μυστικό της: πως το να μην πέφτεις δεν είναι νίκη απέναντι στη βαρύτητα, αλλά προσωρινή συμφιλίωση μαζί της.
Έτσι η κούνια γίνεται μια μικρή μεταφυσική μηχανή: παράγει αιώρηση από την επιμονή της πτώσης, και παιδικότητα από τη συνεχή υπόμνηση του τέλους που δεν έρχεται ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου