4/7/26

Αχιβάδες και Κοχύλια.


Πριν ακόμη μάθει να ξεχωρίζει τις αχιβάδες από τα κοχύλια, ο γέρος ψαράς είχε μάθει πως η θάλασσα δεν μοιράζει πράγματα· μοιράζει χαρακτήρες.

Οι αχιβάδες ζούσαν θαμμένες στην άμμο. Δεν τις ενδιέφερε να είναι όμορφες. Έφτιαχναν το σπίτι τους κλείνοντας ερμητικά τον κόσμο απ' έξω, σαν μοναχοί που προσεύχονται με το στόμα κλειστό. Τα κοχύλια, αντίθετα, είχαν αποφασίσει πως η ζωή είναι μια καλή δικαιολογία για να στροβιλίζεσαι. Άφηναν το κύμα να γράφει επάνω τους ιστορίες, ώσπου έγιναν μικρές βιβλιοθήκες από ασβέστιο.

Μια μέρα, ένα παιδί γέμισε τις τσέπες του με κοχύλια και άφησε όλες τις αχιβάδες εκεί όπου τις βρήκε.

«Γιατί;» ρώτησε ο γέρος.

«Τα κοχύλια έχουν ιστορίες», είπε το παιδί. «Οι αχιβάδες μοιάζουν σιωπηλές.»

Ο γέρος χαμογέλασε.

«Αυτό είναι το παράξενο. Τα κοχύλια θυμούνται το ταξίδι. Οι αχιβάδες θυμούνται το βάθος

Το βράδυ, όταν η παλίρροια ανέβηκε, τα κοχύλια τραγουδούσαν με τον άνεμο. Οι αχιβάδες δεν έβγαζαν ούτε ήχο. Κι όμως, εκείνες καθάριζαν το νερό, κρατώντας τη θάλασσα αρκετά διάφανη ώστε να καθρεφτίζονται μέσα της τα αστέρια.

Τότε ο γέρος κατάλαβε πως ο κόσμος χρειάζεται και τους δύο. Εκείνους που αφηγούνται το θαύμα και εκείνους που το συντηρούν χωρίς να μιλούν ποτέ γι' αυτό.

Από τότε, κάθε φορά που έβρισκε ένα κοχύλι, το έφερνε στο αυτί του για να ακούσει τη θάλασσα. Κάθε φορά που έβρισκε μια αχιβάδα, την άφηνε ήσυχη στην άμμο, γιατί ήξερε πως εκείνη την ώρα εργαζόταν αθόρυβα για μια θάλασσα που κανείς δεν θα ευχαριστούσε.

Και ίσως, σκέφτηκε, οι άνθρωποι χωρίζονται με τον ίδιο τρόπο: σε εκείνους που κάνουν τον κόσμο να ακούγεται πιο όμορφος και σε εκείνους που τον κάνουν, αθόρυβα, να παραμένει όμορφος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: