23/7/26

«Η ελευθερία ποτέ δεν κείται μακράν.»






Η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) ιδρύθηκε επίσημα στις 16 Αυγούστου 1960. Η ίδρυσή της ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου (1959), οι οποίες οδήγησαν στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συνθήκη προέβλεπε τη στάθμευση στρατιωτικών τμημάτων από την Ελλάδα (ΕΛΔΥΚ) και την Τουρκία (ΤΟΥΡΔΥΚ) στο νησί, με σκοπό τη διαφύλαξη της συνταγματικής τάξης και της ασφάλειας της νέας Δημοκρατίας. Η αρχική συμφωνία προέβλεπε τη στάθμευση 950 Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών (έναντι 650 της ΤΟΥΡΔΥΚ). Τα πρώτα τμήματα της ΕΛΔΥΚ αποβιβάστηκαν στο λιμάνι της Αμμοχώστου στις 16 Αυγούστου 1960, την ίδια ακριβώς ημέρα που η Κύπρος ανακηρύχθηκε επίσημα ανεξάρτητο κράτος. Η δύναμη εγκαταστάθηκε στο στρατόπεδό της στον Γερόλακκο, έξω από τη Λευκωσία, το οποίο έμελλε 14 χρόνια μετά να γίνει το θέατρο της ιστορικής μάχης.


Τα Ματωμένα Χριστούγεννα του 63-64.

Οι διακοινοτικές ταραχές του 1963-1964 (γνωστά και ως «Ματωμένα Χριστούγεννα») αποτέλεσαν την πρώτη μεγάλη ένοπλη κρίση στην Κύπρο μετά την ανεξαρτησία της. Η ΕΛΔΥΚ και η αντίστοιχη τουρκική δύναμη (ΤΟΥΡΔΥΚ) βγήκαν από τα στρατόπεδά τους και ενεπλάκησαν άμεσα στις εχθροπραξίες, υποστηρίζοντας η καθεμία την κοινότητά της.

Τον Νοέμβριο του 1963, ο Πρόεδρος της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πρότεινε 13 τροποποιήσεις στο Σύνταγμα για να γίνει το κράτος πιο λειτουργικό. Η τουρκική πλευρά και η Άγκυρα τις απέρριψαν κατηγορηματικά. Το βράδυ της 20ής προς 21η Δεκεμβρίου 1963, ένα τυχαίο επεισόδιο αστυνομικού ελέγχου στην παλιά Λευκωσία οδήγησε σε ανταλλαγή πυροβολισμών και τον θάνατο δύο Τουρκοκυπρίων. Μετά από αυτό η κατάσταση στην Κύπρο ξέφυγε αμέσως από κάθε έλεγχο, οδηγώντας μέσα σε λίγες ώρες σε γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο. Μέσα σε λίγες ώρες, ένοπλες ομάδες και από τις δύο πλευρές βγήκαν στους δρόμους της Λευκωσίας. Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν γρήγορα από την παλιά πόλη στα προάστια (Καϊμακλί, Ομορφίτα) αλλά και σε άλλες πόλεις της Κύπρου (Λάρνακα, Λεμεσό). Η Ομορφίτα, το προάστιο της Λευκωσίας με πολλούς Τουρκοκύπριους, έγινε το επίκεντρο των πιο άγριων μαχών, καθώς ελληνοκυπριακές εθελοντικές ομάδες (υπό την αρχηγία του Νίκου Σαμψών) επιτέθηκαν για να εκκαθαρίσουν τις θέσεις των Τουρκοκυπρίων παραστρατιωτικών της ΤΜΤ (τουρκικά: Türk Mukavemet Teşkilatı - Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης- με αρχηγό τον Ραούφ Ντενκτάς.)

Το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου 1963 στη συνοικία Κουμσάλ της Λευκωσίας, μέσα στην μπανιέρα ενός σπιτιού βρέθηκαν νεκρά τρία μικρά παιδιά (ο Μουράτ, ο Κουτσί και ο Χακάν) μαζί με τη μητέρα τους, Μουρουβέτ Ιλχάν. Ήταν η οικογένεια του Νιχάτ Ιλχάν, ο οποίος υπηρετούσε ως ταγματάρχης και γιατρός του τουρκικού στρατού στην Κύπρο (ΤΟΥΡΔΥΚ). Σύμφωνα με τους Τουρκοκύπριους, το σπίτι δέχθηκε επίθεση από ελληνοκυπριακές ένοπλες ομάδες (παραστρατιωτικούς ή μέλη της ΕΟΚΑ) κατά τη διάρκεια των μαχών στη Λευκωσία. Η μητέρα κρύφτηκε με τα παιδιά της στο μπάνιο για να προστατευτεί, αλλά οι επιτιθέμενοι μπήκαν στο σπίτι και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ μέσα στην μπανιέρα. (Το σπίτι αυτό έχει μετατραπεί σήμερα από το κατοχικό καθεστώς σε «Μουσείο Βαρβαρότητας»).

Στις 25 Δεκεμβρίου, η τουρκική στρατιωτική δύναμη (ΤΟΥΡΔΥΚ) βγήκε από το στρατόπεδό της και κατέλαβε στρατηγικές θέσεις στον δρόμο Λευκωσίας - Κερύνειας, υποστηρίζοντας ανοιχτά τους Τουρκοκυπρίους. Για να εξισορροπηθεί η κατάσταση, τμήματα της ΕΛΔΥΚ βγήκαν επίσης από το στρατόπεδο του Γερολάκκου. Ενίσχυσαν τις ελληνοκυπριακές εθελοντικές ομάδες και πήραν θέσεις μάχης σε κρίσιμα σημεία της πρωτεύουσας. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1963, ο Βρετανός στρατηγός Πίτερ Γιανγκ χαράκωσε με ένα πράσινο μολύβι στον χάρτη τη γραμμή διαχωρισμού στη Λευκωσία, δημιουργώντας την "Πράσινη Γραμμή". Ταυτόχρονα οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν πλήρως από την κυβέρνηση και τη διοίκηση. Περίπου 25.000 από αυτούς μετακινήθηκαν και οργανώθηκαν σε ένοπλους, απομονωμένους θύλακες σε όλο το νησί. Τον Μάρτιο του 1964, το Συμβούλιο Ασφαλείας ίδρυσε την ειρηνευτική δύναμη UNFICYP για την τήρηση της τάξης. Η κρίση αυτή ανάγκασε την Αθήνα να λάβει δραστικά μέτρα.

Η αποστολή της κρυφής Ελληνικής Μεραρχίας.

Καθώς η Τουρκία απειλούσε ανοιχτά με εισβολή και η UNFICYP (ο ΟΗΕ) δεν είχε δικαιοδοσία να σταματήσει μια εξωτερική επίθεση, η ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου έλαβε μια ιστορική και ριψοκίνδυνη απόφαση: τη μυστική αποστολή μιας ολόκληρης ελληνικής Μεραρχίας στην Κύπρο. Η επιχείρηση αυτή, που έμεινε γνωστή ως η αποστολή της «Μεραρχίας των Ελληνικών Στρατευμάτων Κύπρου» (ΜΕΣΚ), οργανώθηκε με απόλυτη μυστικότητα μεταξύ Μαρτίου και Οκτωβρίου 1964. Στάλθηκαν περίπου 8.500 έως 10.000 άνδρες (κατ' άλλες πηγές έφτασαν τις 12.000), πλήρως εξοπλισμένοι με πυροβολικό, αντιαρματικά και τεθωρακισμένα οχήματα. Η μετακίνηση έγινε με εμπορικά πλοία της γραμμής από τον Πειραιά. Οι στρατιώτες επιβιβάζονταν νύχτα, φορούσαν πολιτικά ρούχα και κρατούσαν πλαστά διαβατήρια. Τα πλοία τους αποβίβαζαν σε απομονωμένες ακτές της Κύπρου (κυρίως στον κόλπο της Χρυσοχούς και στο Μπογάζι), επίσης κατά τη διάρκεια της νύχτας. Με την άφιξή τους, οι στρατιώτες φορούσαν τις στολές της νεοσύστατης τότε Εθνικής Φρουράς για να μην γίνει αντιληπτή η παρουσία του ελληνικού στρατού από τους ξένους παρατηρητές. Η Αθήνα ήθελε να έχει τον πρώτο λόγο στις στρατιωτικές εξελίξεις στο νησί και να ελέγχει τις κινήσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο οποίος συχνά ενεργούσε αυτόνομα. Για τον λόγο αυτό, στάλθηκε στην Κύπρο και ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας «Διγενής» για να αναλάβει την ανώτατη διοίκηση των δυνάμεων. Η ελληνική μεραρχία δοκιμάστηκε σκληρά τον Αύγουστο του 1964 κατά τις Μάχες της Μανσούρας και των Κοκκίνων (Τηλλυρία). Η Εθνική Φρουρά, με την υποστήριξη των ελλαδικών τμημάτων, επιτέθηκε για να εξουδετερώσει τον τουρκοκυπριακό θύλακα των Κοκκίνων, από όπου η ΤΜΤ εισήγαγε λαθραία όπλα και στρατιώτες από την Τουρκία. Η Τουρκία αντέδρασε σφοδρά, εξαπολύοντας για πρώτη φορά μαζικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς με βόμβες ναπάλμ εναντίον στρατιωτικών και πολιτικών στόχων στην Τηλλυρία. Η κρίση έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα γενικευμένου πολέμου, ο οποίος αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή με παρέμβαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των ΗΠΑ.

Η συνύπαρξη Γρίβα- Μακάριου ήταν εκρηκτική. Ο Μακάριος έβλεπε τον Γρίβα ως «Δούρειο Ίππο» της Αθήνας που σκοπό είχε να τον ανατρέψει ή να επιβάλει μια λύση τύπου ΝΑΤΟ (Σχέδιο Άτσεσον). Ο Γρίβας, από την άλλη, κατηγορούσε τον Μακάριο για δικτατορικές τάσεις και για εγκατάλειψη του εθνικού στόχου. Τον Νοέμβριο του 1967, δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς υπό τις διαταγές του Γρίβα επιτέθηκαν στον τουρκοκυπριακό θύλακα στο χωριό Κοφίνου. Η επιχείρηση εξελίχθηκε σε αιματοκυσία, προκαλώντας την άμεση αντίδραση της Τουρκίας, η οποία απείλησε με γενικευμένο πόλεμο. 

Η τότε ελληνική Χούντα των Αθηνών υποχώρησε στους τουρκικούς εκβιασμούς: ανακάλεσε τον Γρίβα στην Αθήνα και απέσυρε την ελληνική Μεραρχία από την Κύπρο, αφήνοντας το νησί στρατιωτικά γυμνό.

Η αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1967 θεωρείται από τους ιστορικούς ως το μοιραίο στρατιωτικό λάθος που άνοιξε την κερκόπορτα για την τουρκική εισβολή του 1974. Με την κίνηση αυτή, η Κύπρος έμεινε ουσιαστικά ανυπεράσπιστη.


Η αφορμή για την αποχώρηση δόθηκε μετά τις αιματηρές συγκρούσεις στο χωριό Κοφίνου στις 15 Νοεμβρίου 1967. Δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς, υπό τις προσωπικές διαταγές του Στρατηγού Γρίβα, επιτέθηκαν στον τουρκοκυπριακό θύλακα της περιοχής, με αποτέλεσμα τον θάνατο 24 Τουρκοκυπρίων. Η Άγκυρα αντέδρασε με οργή. Κινητοποίησε τον στρατό της στα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο και συγκέντρωσε αποβατικές δυνάμεις στα παράλια της Μικράς Ασίας, απειλώντας με άμεση εισβολή σε Κύπρο και Ελλάδα. Για να αποφευχθεί ο πόλεμος, η Τουρκία έθεσε στην ελληνική "κυβέρνηση"- τη νεοσύστατη τότε Χούντα των Συνταγματαρχών- ένα σκληρό τελεσίγραφο με βασικούς όρους την άμεση απομάκρυνση του Γρίβα από το νησί και την πλήρη αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας που είχε σταλεί κρυφά το 1964. Η Χούντα των Αθηνών υπό την ηγεσία του Γεωργίου Παπαδόπουλου, φοβούμενη μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση για την οποία δεν ένιωθε έτοιμη, υπέκυψε πλήρως στους τουρκικούς εκβιασμούς. Με τη μεσολάβηση του Αμερικανού απεσταλμένου Σάιρους Βανς, επήλθε συμφωνία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, τον Δεκέμβριο του 1967 περίπου 8.500 έως 10.000 πλήρως εξοπλισμένοι Έλληνες στρατιώτες επιβιβάστηκαν σε πλοία και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Μαζί τους αποσύρθηκε και ο βαρύς οπλισμός (άρματα μάχης, πυροβολικό). Ο Γρίβας ανακλήθηκε στην Αθήνα και τέθηκε ...υπό κατ' οίκον περιορισμό. Η Κύπρος έχασε τη μοναδική αξιόμαχη, τακτική στρατιωτική δύναμη που μπορούσε να αποτρέψει μια τουρκική απόβαση. Η άμυνα του νησιού αφέθηκε αποκλειστικά στην υποτυπώδη τότε Εθνική Φρουρά και στην ολιγομελή ΕΛΔΥΚ. Η Άγκυρα αντιλήφθηκε ότι η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να πολεμήσει για την Κύπρο. Το γεγονός αυτό λειτούργησε ως πράσινο φως για τα μετέπειτα σχέδια του «Αττίλα». Η αποχώρηση της Μεραρχίας μεγάλωσε το χάσμα ανάμεσα στη Λευκωσία (Μακάριος) και την Αθήνα (Χούντα), οδηγώντας στην εσωτερική υπονόμευση που κορυφώθηκε με το πραξικόπημα του 1974. 

Η σύγκρουση Γρίβα- Μακάριου και το Πραξικόπημα του 74.

Το 1971, ο Γρίβας επέστρεψε κρυφά στην Κύπρο και ίδρυσε την παράνομη οργάνωση ΕΟΚΑ Β' με σκοπό την ανατροπή του Μακαρίου και την επίτευξη της Ένωσης. Ακολούθησε μια τριετία άγριας τρομοκρατίας, με βομβιστικές επιθέσεις, απαγωγές υποστηρικτών του Μακαρίου και δολοφονίες αστυνομικών. Ο Μακάριος απάντησε δημιουργώντας το «Εφεδρικό Σώμα» (μια ειδική αστυνομική μονάδα πιστή στον ίδιο) για να πατάξει την ΕΟΚΑ Β'.

Το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 ήταν η πράξη που έδωσε το τελειωτικό κτύπημα στην Κύπρο και χρησιμοποιήθηκε από την Τουρκία ως το απόλυτο πρόσχημα για την εισβολή πέντε ημέρες αργότερα. Διενεργήθηκε από την Εθνική Φρουρά και την παράνομη οργάνωση ΕΟΚΑ Β', κατ' εντολή της Χούντας των Αθηνών (υπό τον δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη). 

Στις 8:20 το πρωί, τα τεθωρακισμένα της Εθνικής Φρουράς βγήκαν από τα στρατόπεδα της Λευκωσίας και κατευθύνθηκαν προς το Προεδρικό Μέγαρο, ανοίγοντας καταιγιστικά πυρά με σκοπό την εξόντωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Παρά τη σφοδρότητα της επίθεσης, ο Μακάριος κατάφερε να διαφύγει την τελευταία στιγμή από μια αφύλακτη πίσω έξοδο του κήπου. Κατέφυγε αρχικά στο Μοναστήρι του Κύκκου, μετά στην Πάφο και από εκεί, με τη βοήθεια των Βρετανών, φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό (Λονδίνο και Νέα Υόρκη). Στις 11:00 το πρωί, το κρατικό ραδιόφωνο (ΡΙΚ) μετεδιδε συνεχώς το διαβόητο μήνυμα: «Η Εθνική Φρουρά επενέβη... Ο Μακάριος είναι νεκρός». Η Χούντα δυσκολεύτηκε να βρει πολιτικό πρόσωπο να αναλάβει την εξουσία. Μετά από άρνηση δικαστικών και πολιτικών, ορκίστηκε «Πρόεδρος» ο Νίκος Σαμψών, γνωστός για την ακραία εθνικιστική και αντιτουρκική δράση του (ο ίδιος που πρωταγωνίστησε στις σφαγές της Ομορφίτας το 1963). Η επιλογή του Σαμψών προκάλεσε διεθνή τρόμο και έδωσε τεράστιο διπλωματικό πλεονέκτημα στην Άγκυρα. Για τέσσερις ημέρες, η Κύπρος βυθίστηκε σε έναν αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο. Οι δυνάμεις των πραξικοπηματιών συγκρούστηκαν άγρια με το Εφεδρικό Σώμα και τους υποστηρικτές του Μακαρίου σε όλο το νησί (κυρίως στη Λευκωσία, τη Λεμεσό και την Πάφο), με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς Έλληνες και Ελληνοκυπρίους. Αν και η ΕΛΔΥΚ ως επίσημο σώμα του ελληνικού κράτους έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη, αξιωματικοί και στρατιώτες της ενεπλάκησαν άμεσα στο πραξικόπημα. Άρματα μάχης και στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ συμμετείχαν στην επίθεση κατά του Προεδρικού Μεγάρου και στην κατάληψη της Αρχιεπισκοπής. Η συμμετοχή αυτή εξέθεσε ανεπανόρθωτα την Ελλάδα διεθνώς, καθώς αποδείκνυε ότι η Αθήνα είχε εισβάλει ουσιαστικά στην Κύπρο για να ανατρέψει τη νόμιμη κυβέρνηση. Ενώ οι Ελληνοκύπριοι σκοτώνονταν μεταξύ τους και οι καλύτερες μονάδες της Εθνικής Φρουράς είχαν μετακινηθεί στην Πάφο για να πατάξουν τους μακαριακούς, οι ακτές της Κερύνειας έμειναν εντελώς αφύλακτες. Η Τουρκία, επικαλούμενη το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως, ξεκίνησε την απόβαση τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου, βρίσκοντας ένα νησί βαθιά διχασμένο και στρατιωτικά αποδιοργανωμένο.

Ο Αττίλας 1.

Όταν γύρω στις 04:30 το πρωί τα ραντάρ της Εθνικής Φρουράς εντόπισαν τα τουρκικά αποβατικά πλοία να πλησιάζουν την Κερύνεια και τα πρώτα μεταγωγικά αεροπλάνα να απογειώνονται από την Τουρκία, οι Ελλαδίτες αξιωματικοί της Χούντας αρνούνταν να πιστέψουν ότι πρόκειται για εισβολή. Η πάγια εντολή από την Αθήνα (τον δικτάτορα Ιωαννίδη) ήταν: «Αυτοσυγκράτηση. Οι Τούρκοι κάνουν ασκήσεις εντυπωσιασμού. Μην προκαλείτε». Ακόμη και όταν οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές άρχισαν να πέφτουν κατά εκατοντάδες στον θύλακα του Κιόνελι (ορατοί με γυμνό μάτι από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ), κάποιοι αξιωματικοί καθησύχαζαν τους στρατιώτες λέγοντας ότι είναι... «Έλληνες καταδρομείς που κάνουν άσκηση».

Η ψευδαίσθηση διαλύθηκε βίαια στις 05:05 το πρωί. Τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη (F-100 και F-104) εμφανίστηκαν στον κυπριακό ουρανό και εξαπέλυσαν μια κόλαση πυρός πάνω από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο. Χρησιμοποίησαν βόμβες ναπάλμ, ρουκέτες και πολυβόλα. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι θάλαμοι των στρατιωτών, τα διοικητήρια, οι αποθήκες πυρομαχικών και τα οχήματα τυλίχθηκαν στις φλόγες. Το στρατόπεδο γέμισε με τους πρώτους νεκρούς και ακρωτηριασμένους. Οι στρατιώτες, πολλοί από τους οποίους ξύπνησαν από τις εκρήξεις, έτρεχαν έντρομοι μέσα στους καπνούς, φορώντας μόνο τα εσώρουχά τους, για να καλυφθούν στα χαρακώματα γύρω από το στρατόπεδο.

Την ώρα της τουρκικής εισβολής, τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974, η ΕΛΔΥΚ είχε συνολική δύναμη περίπου 950 έως 1.200 ανδρών. Ωστόσο, η πραγματική μάχιμη δύναμη που βρισκόταν στο στρατόπεδο εκείνο το πρωί ήταν δραματικά μειωμένη και αποδιοργανωμένη λόγω μιας μοιραίας σύμπτωσης: της προγραμματισμένης αντικατάστασης των οπλιτών. Λίγες ημέρες πριν, στις 19 Ιουλίου 1974, είχε φτάσει στο λιμάνι της Αμμοχώστου το οχηματαγωγό πλοίο «Λέσβος», μεταφέροντας τη νέα σειρά στρατιωτών (περίπου 450-500 άνδρες) για να αντικαταστήσει τους παλιούς που είχαν απολυθεί. Οι «παλιοί» (περίπου 450-500 έμπειροι, μπαρουτοκαπνισμένοι στρατιώτες που είχαν πολεμήσει και στο πραξικόπημα) επιβιβάστηκαν στο πλοίο «Λέσβος» στις 19 Ιουλίου και το πλοίο απέπλευσε για την Ελλάδα. Οι «νέοι» (εντελώς απειροπόλεμοι στρατιώτες, που μόλις είχαν φτάσει στην Κύπρο) μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο του Γερολάκκου. Δεν γνώριζαν καν τη γεωγραφία του στρατοπέδου, δεν είχαν προλάβει να πάρουν όπλα, ούτε ήξεραν πού βρίσκονταν τα χαρακώματα άμυνας. Επιπλέον, λόγω του πραξικοπηματικού χάους των προηγούμενων ημερών, η δύναμη ήταν διασκορπισμένη: Αρκετοί άνδρες και αξιωματικοί βρίσκονταν ακόμη σε αποστολές φρούρησης δημόσιων κτιρίων ή σε μπλόκα μέσα στη Λευκωσία. Ένας Λόχος είχε μετακινηθεί προληπτικά εκτός στρατοπέδου. Όταν έπεσαν οι πρώτες βόμβες ναπάλμ στις 05:05 το πρωί, στο στρατόπεδο βρίσκονταν ουσιαστικά μόνο οι μισοί από τους έμπειρους άνδρες και οι εκατοντάδες «νέοι» που δεν είχαν ιδέα τι έπρεπε να κάνουν.

Η πρώτη αντίδραση της ΕΛΔΥΚ μέσα στα πρώτα λεπτά της εισβολής (μεταξύ 05:00 και 07:00 το πρωί της 20ής Ιουλίου) χαρακτηρίστηκε από ατομικές πρωτοβουλίες, αγώνα επιβίωσης και άμεση οργάνωση των χαρακωμάτων, καθώς η επίσημη στρατιωτική ηγεσία στην Αθήνα παρέμενε παράλυτη.


Μέσα στο απόλυτο χάος του πρώτου αεροπορικού βομβαρδισμού, η πρώτη αντίδραση των στρατιωτών και των χαμηλόβαθμων αξιωματικών (λοχαγών και υπολοχαγών) ήταν να εκκενώσουν αμέσως τα φλεγόμενα κτίρια. Οι άνδρες έτρεξαν προς τις προκαθορισμένες θέσεις άμυνας και τα χαρακώματα περιμετρικά του στρατοπέδου του Γερολάκκου. Οι έμπειροι στρατιώτες άρχισαν να καθοδηγούν τους απειροπόλεμους «νέους» (που είχαν φτάσει την προηγούμενη μέρα) για το πώς να καλυφθούν από τα τουρκικά αεροπλάνα.

Παρά το γεγονός ότι οι τουρκικές ρουκέτες έπλητταν τις αποθήκες, ομάδες στρατιωτών επέδειξαν τεράστια αυτοθυσία. Μπήκαν στα φλεγόμενα γκαράζ και τις αποθήκες για να διασώσουν όσα περισσότερα πυρομαχικά, ασυρμάτους και φορτηγά μπορούσαν, μεταφέροντάς τα κρυφά σε διπλανά άλση και φυτείες ευκαλύπτων για να μην στοχοποιηθούν από την αεροπορία. Παρόλο που η ΕΛΔΥΚ δεν διέθετε σύγχρονα αντιαεροπορικά όπλα, η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση στο πεδίο ήταν η απάντηση με τον υφιστάμενο οπλισμό: Οι στρατιώτες έστησαν στα χαρακώματα τα βαριά πολυβόλα Browning 0.50 και άρχισαν να βάλλουν κατά των τουρκικών μαχητικών που έκαναν χαμηλές πτήσεις. Ακόμη και με τα ατομικά τους τυφέκια (FN FAL), εκατοντάδες στρατιώτες πυροβολούσαν ομαδικά προς τον ουρανό. Αυτό ανάγκασε τα τουρκικά αεροπλάνα να ανυψωθούν, μειώνοντας την ευστοχία των βομβαρδισμών τους.

Η πιο κρίσιμη αντίδραση ήρθε σε επίπεδο διοίκησης Μονάδων. Όταν οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές άρχισαν να πέφτουν κατά εκατοντάδες στον διπλανό θύλακα του Κιόνελι, η Χούντα από την Αθήνα εξακολουθούσε να στέλνει σήματα για «αυτοσυγκράτηση». Οι διοικητές των ελληνικών ταγμάτων και του πυροβολικού στην Κύπρο, βλέποντας την πραγματικότητα με τα μάτια τους, αγνόησαν τις προδοτικές εντολές. Γύρω στις 06:45 το πρωί, δόθηκε η πρώτη επίσημη διαταγή: «Βάλατε εναντίον κάθε τουρκικού στόχου!». Τα ελληνικά στοιχεία πυροβολικού και οι όλμοι της ΕΛΔΥΚ άνοιξαν καταιγιστικό πλέον πυρ, σφυροκοπώντας τις ζώνες ρίψης των Τούρκων αλεξιπτωτιστών και προκαλώντας τους τις πρώτες βαριές απώλειες.

Το κύριο σώμα της δύναμης της ΕΛΔΥΚ βρισκόταν συγκεντρωμένο στην έδρα του Συντάγματος, η οποία δέχθηκε και το πρώτο κύμα βομβαρδισμών με ναπάλμ. Συγκεκριμένα εκεί βρίσκονταν το Στρατηγείο της ΕΛΔΥΚ υπό τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Νικολαΐδη, το 2ο Τάγμα Πεζικού (2ο ΤΠ) υπό τον Ταγματάρχη Αθανάσιο Ιωαννίδη. Περιλάμβανε τον 4ο Λόχο και τον 5ο Λόχο (που είχαν επανδρωθεί σε μεγάλο βαθμό με τους νεοσυλλέκτους που έφτασαν την προηγούμενη ημέρα), καθώς και τον 2ο Λόχο Υποστηρίξεως. Ο Λόχος Διοικήσεως βρισκόταν εντός του στρατοπέδου για τις ανάγκες επικοινωνιών και εφοδιασμού. Εκτός στρατοπέδου σε διασπορά και  σε αποστολές, λόγω των γεγονότων του πραξικοπήματος και των προληπτικών κινήσεων της τελευταίας στιγμής, βρίσκονταν σημαντικά τμήματα. Το 1ο Τάγμα Πεζικού (1ο ΤΠ) υπό τον Ταγματάρχη Σπυρίδων Δελλή είχε μετακινηθεί προληπτικά λίγες ώρες πριν την εισβολή σε θέσεις διασποράς και απόκρυψης δυτικά του στρατοπέδου, κοντά στο χωριό Γερόλακκος, γεγονός που το έσωσε από τον αρχικό αεροπορικό βομβαρδισμό. Περιλάμβανε τον 2ο και 3ο Λόχο, καθώς και τον 1ο Λόχο Υποστηρίξεως. Ο 1ος Λόχος είχε διατεθεί ήδη σε αποστολές φύλαξης στρατηγικών σημείων, αεροδρομίων και δημόσιων κτιρίων μέσα στην πόλη της Λευκωσίας λόγω του πραξικοπήματος. Μόλις έγινε αντιληπτή η τουρκική απόβαση στην Κερύνεια, η διάταξη άλλαξε αμέσως. Τμήματα του 1ου Τάγματος (κυρίως ο 3ος Λόχος και στοιχεία του 1ου Λόχου) διατάχθηκαν να κινηθούν εσπευσμένα βόρεια, προς την Κερύνεια και τη διάβαση της Μύρτου, για να ενισχύσουν τις εκεί δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς. Οι υπόλοιποι Λόχοι που παρέμειναν στη Λευκωσία (2ος, 4ος, 5ος και οι Λόχοι Υποστήριξης) άρχισαν να παίρνουν θέσεις μάχης περιμετρικά του στρατοπέδου.

Το οχηματαγωγό «Λέσβος» και το «Τάγμα Σταυρουλόπουλου».

Στις 19 Ιουλίου 1974, είχε φτάσει στο λιμάνι της Αμμοχώστου το οχηματαγωγό πλοίο «Λέσβος», μεταφέροντας τη νέα σειρά στρατιωτών (περίπου 450-500 άνδρες) για να αντικαταστήσει τους παλιούς που είχαν απολυθεί. Οι «παλιοί» (περίπου 450-500 έμπειροι, μπαρουτοκαπνισμένοι στρατιώτες που είχαν πολεμήσει και στο πραξικόπημα) επιβιβάστηκαν στο πλοίο «Λέσβος» στις 19 Ιουλίου και το πλοίο απέπλευσε για την Ελλάδα.

Το πρωί της 20ής Ιουλίου, ενώ το «Λέσβος» έπλεε στα ανοικτά της Ρόδου, ο κυβερνήτης του πλοίου, Πλωτάρχης Ελευθέριος Χανδρινός, έλαβε κατεπείγουσα διαταγή από το ΓΕΕΘΑ: να αλλάξει αμέσως πορεία και να κατευθυνθεί προς την Πάφο για να αποβιβάσει ξανά τους άνδρες στην Κύπρο.

Το πλοίο ήταν ένα απλό εμπορικό-οχηματαγωγό, εντελώς απροστάτευτο, χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη, και έπρεπε να πλεύσει σε μια θάλασσα που ελεγχόταν πλήρως από την τουρκική αεροπορία και το ναυτικό. Παρά τον τεράστιο κίνδυνο, ο Χανδρινός και οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ δεν δίστασαν. Το μεσημέρι στις 14.00 της 20ής Ιουλίου, το «Λέσβος» κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάφου. Εκεί, ο τουρκοκυπριακός θύλακας του Μούτταλου είχε ξεσηκωθεί, διέθετε βαρύ οπλισμό και πίεζε ασφυκτικά τις ολιγομελείς ελληνοκυπριακές δυνάμεις της περιοχής.

Οι 450 μπαρουτοκαπνισμένοι στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ αποβιβάστηκαν με απόλυτη τάξη στην ακτή, πήραν αμέσως όπλα από τις τοπικές αποθήκες και ρίχτηκαν στη μάχη. Ο κυβερνήτης Χανδρινός, βλέποντας την κρισιμότητα της κατάστασης, έστρεψε το πλοίο προς τον τουρκοκυπριακό θύλακα. Για δύο ώρες, το «Λέσβος» σφυροκοπούσε τις τουρκικές θέσεις με τα μικρά πυροβόλα των 40 χιλιοστών που διέθετε, ρίχνοντας πάνω από 900 βλήματα. Ο βομβαρδισμός από το πλοίο και η ορμητική επίθεση των έμπειρων στρατιωτών της ΕΛΔΥΚ ανάγκασαν τους Τουρκοκυπρίους της Πάφου να παραδοθούν αυθημερόν. Η Πάφος σώθηκε.

Ο βομβαρδισμός από το «Λέσβος» προκάλεσε τέτοιο πανικό στην Άγκυρα, ώστε οι Τούρκοι πίστεψαν ότι στην Πάφο είχε φτάσει... ολόκληρη ελληνική νηοπομπή αποβάσεως. Η τουρκική αεροπορία έστειλε δεκάδες μαχητικά αεροσκάφη στην περιοχή, τα οποία μέσα στη σύγχυση βομβάρδισαν και βύθισαν τα δικά τους τουρκικά αντιτορπιλικά (το Kocatepe βυθίστηκε, ενώ τα Adatepe και Mareşal Fevzi Çakmak υπέστησαν σοβαρές ζημιές)!

Οι στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ, αφού εκκαθάρισαν την Πάφο, μετακινήθηκαν τις επόμενες ημέρες προς τη Λευκωσία για να ενισχύσουν τα υπόλοιπα τάγματα, αποτελώντας μια πολύτιμη, ετοιμοπόλεμη δύναμη για τις μάχες που ακολούθησαν. Οι άνδρες αυτοί  της ΕΛΔΥΚ που αποβιβάστηκαν στην Πάφο από το αρματαγωγό «Λέσβος» αποτέλεσαν μια κρίσιμη, έμπειρη και ετοιμοπόλεμη δύναμη (περίπου 450 οπλίτες και αξιωματικοί), η οποία άλλαξε πλήρως τις ισορροπίες στο δυτικό και νότιο τμήμα της Κύπρου. Μετά τη θεαματική απόβασή τους στο λιμάνι της Κάτω Πάφου και την εξουδετέρωση του τοπικού τουρκοκυπριακού θύλακα, η δύναμη αυτή -υπό τη διοίκηση του Αντισυνταγματάρχη Παναγιώτη Σταυρουλόπουλου- είχε μια εξαιρετικά σημαντική επιχειρησιακή πορεία.

Κατά την έξοδο από το πλοίο, ο Αντισυνταγματάρχης Σταυρουλόπουλος ζήτησε από τους άνδρες του να διαδώσουν στους ντόπιους ότι αποτελούν στρατιωτική δύναμη που μόλις έφτασε από την Ελλάδα ως ενίσχυση. Αυτό έγινε για να αναπτερωθεί το καταρρακωμένο ηθικό των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι πίστεψαν ότι η μητέρα πατρίδα έστελνε επιτέλους βοήθεια. Οι 450 άνδρες δεν διέθεταν τον δικό τους βαρύ οπλισμό ή οχήματα, καθώς είχαν επιβιβαστεί στο «Λέσβος» για επιστροφή στην Ελλάδα. Εξοπλίστηκαν εσπευσμένα με ό,τι υπήρχε διαθέσιμο στις αποθήκες της τοπικής Εθνοφρουράς στην Πάφο. Συγκροτήθηκαν αμέσως σε ένα μάχιμο, ανεξάρτητο Τάγμα Πεζικού (γνωστό στην ιστοριογραφία ως «Τάγμα Σταυρουλόπουλου» ή «Τάγμα Επαναπατριζομένων»). Αφού ασφάλισαν την Πάφο, οι ΕΛΔΥΚάριοι επιβιβάστηκαν σε επιταγμένα λεωφορεία και φορτηγά και κινήθηκαν εσπευσμένα προς τη Λεμεσό, η οποία δεχόταν σφοδρή πίεση από τους εκεί τουρκοκυπριακούς θύλακες. Οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ, χάρη στην εξαιρετική τους εκπαίδευση, κατάφεραν μέσα σε ελάχιστο χρόνο να εξουδετερώσουν τους ένοπλους τουρκοκυπριακούς θύλακες της Λεμεσού (όπως την περιοχή Πολεμιδιών), σταθεροποιώντας πλήρως την κατάσταση σε ολόκληρη τη νότια ακτογραμμή. Καθώς η κατάσταση στο κύριο μέτωπο της Λευκωσίας και στο Κιόνελι ήταν δραματική, η δύναμη των επαναπατριζομένων έλαβε νέα διαταγή να κινηθεί προς την πρωτεύουσα. Διασχίζοντας το νησί, έφτασαν στο κεντρικό στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στη Λευκωσία κατά τη διάρκεια της πρώτης εκεχειρίας (τέλη Ιουλίου). Η άφιξή τους ήταν σωτήρια. Οι 450 έμπειροι άνδρες αναπλήρωσαν τις μεγάλες απώλειες που είχαν υποστεί οι υπόλοιποι λόχοι κατά τις μάχες του Αττίλα Ι στο Κιόνελι. Όταν ξεκίνησε η δεύτερη φάση της εισβολής (Αττίλας ΙΙ, 14-16 Αυγούστου), οι άνδρες αυτοί, αντί να βρίσκονται στα σπίτια τους στην Ελλάδα έχοντας απολυθεί, βρέθηκαν να πολεμούν στην πρώτη γραμμή. Πολλοί από αυτούς στελέχωσαν τον Λόχο Διοικήσεως και τον 4ο Λόχο της ΕΛΔΥΚ. Έδωσαν την επική, τριήμερη μάχη για την υπεράσπιση του στρατοπέδου. Ο ίδιος ο Αντισυνταγματάρχης Σταυρουλόπουλος ανέλαβε καθήκοντα Στρατοπεδάρχη και ήταν ο άνθρωπος που διηύθυνε την ηρωική άμυνα και, τελικά, τη δραματική απαγκίστρωση των επιζώντων στις 16 Αυγούστου 1974.

Η μάχη στο Κιόνελι.

Το απόγευμα της 20ής Ιουλίου, το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ) διέταξε την ΕΛΔΥΚ να εξαπολύσει μια νυχτερινή αντεπίθεση για να εκκαθαρίσει το Κιόνελι πριν προλάβουν οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές να οργανωθούν. Η επίθεση σχεδιάστηκε να γίνει χωρίς αεροπορική κάλυψη (αφού η Ελλάδα δεν διέθετε αεροπορία στην Κύπρο) αλλά με την υποστήριξη ορισμένων στοιχείων πυροβολικού και παλαιών αρμάτων μάχης (T-34) της Εθνικής Φρουράς.

Η επίθεση ξεκίνησε γύρω στις 22:00 το βράδυ. Τα τάγματα της ΕΛΔΥΚ (το 1ο και το 2ο) μαζί με τμήματα της Εθνικής Φρουράς επιτέθηκαν με τρομερή ορμή μέσα στο σκοτάδι. Παρά τα καταιγιστικά εχθρικά πυρά, οι Έλληνες στρατιώτες κατάφεραν να διασπάσουν τις εξωτερικές γραμμές άμυνας των Τούρκων και να εισχωρήσουν βαθιά στον θύλακα, προκαλώντας πανικό στους αμυνόμενους.

Καθώς πλησίαζαν στο κέντρο του χωριού, οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ συνάντησαν τη λυσσαλέα αντίσταση των καλά οχυρωμένων τμημάτων της ΤΟΥΡΔΥΚ (της μόνιμης τουρκικής δύναμης στην Κύπρο), που διέθεταν βαριά πολυβολεία και υπόγεια χαρακώματα από μπετόν.

Με το πρώτο φως της ημέρας, η κατάσταση ανατράπηκε τραγικά. Το ελληνικό πυροβολικό ξέμεινε από πυρομαχικά και τα λίγα άρματα μάχης καταστράφηκαν. Το τουρκικό επιτελείο, βλέποντας το Κιόνελι να κινδυνεύει, έστειλε δεκάδες μαχητικά αεροσκάφη. Η τουρκική αεροπορία εντόπισε τους Έλληνες στρατιώτες ακάλυπτους στα ανοιχτά χωράφια γύρω από το Κιόνελι και τους σφυροκόπησε ανήλεα με ναπάλμ και ρουκέτες.

Βλέποντας ότι η πλήρης εξόντωση ήταν θέμα χρόνου, οι διοικητές των ταγμάτων έδωσαν διαταγή υποχώρησης (σύμπτυξης) προς το στρατόπεδο του Γερολάκκου. Η υποχώρηση μέσα στο ανοιχτό πεδίο υπό τον συνεχή βομβαρδισμό ήταν δραματική. Η ΕΛΔΥΚ άφησε στο πεδίο της μάχης του Κιόνελι πολλούς νεκρούς και αγνοουμένους.

Παρά την αποτυχία της κατάληψης, η θυσία των ανδρών στο Κιόνελι δεν πήγε εντελώς χαμένη: ανάγκασε τις τουρκικές δυνάμεις να αμυνθούν και καθυστέρησε για τουλάχιστον δύο εικοσιτετράωρα την ένωση του προγεφυρώματος της Κερύνειας με τη Λευκωσία, δίνοντας χρόνο στην ελληνική πλευρά να οργανώσει την άμυνα της πρωτεύουσας.

Η Χούντα στην Αθήνα, συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα της κατάστασης, αποφάσισε την τελευταία στιγμή να στείλει ενισχύσεις. Τη νύχτα της 21ης προς 22α Ιουλίου, 13 μεταγωγικά αεροσκάφη Noratlas της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας πραγματοποίησαν μια αποστολή αυτοκτονίας, πετώντας χαμηλά και χωρίς φώτα από την Κρήτη προς την Κύπρο, μεταφέροντας την Α' Μοίρα Καταδρομών (Α' ΜΚ) από το Μάλεμε.

Λόγω τραγικού λάθους στις επικοινωνίες, τα ελληνοκυπριακά αντιαεροπορικά στοιχεία γύρω από το αεροδρόμιο πίστεψαν ότι πρόκειται για τουρκική αεροαπόβαση και άνοιξαν πυρ εναντίον των ελληνικών αεροπλάνων. Το Noratlas «ΝΙΚΗ 4» καταρρίφθηκε, παρασύροντας στον θάνατο 4 μέλη του πληρώματος και 27 καταδρομείς (σώθηκε ως από θαύμα μόνο ένας, ο Θανάσης Ζαφειρίου). Το «ΝΙΚΗ 6» υπέστη σοβαρές ζημιές με αποτέλεσμα να σκοτωθούν άλλοι δύο καταδρομείς.

Παρά την τραγωδία, οι υπόλοιποι καταδρομείς αποβιβάστηκαν και πήραν αμέσως θέσεις μάχης στα κτίρια και τους διαδρόμους του αεροδρομίου. Αν και είχε συμφωνηθεί επίσημη εκεχειρία για τις 23 Ιουλίου, οι Τούρκοι την παραβίασαν προκλητικά. Εξαπέλυσαν μια μαζική, συνδυασμένη επίθεση με άρματα μάχης, πεζικό και σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού για να καταλάβουν το αεροδρόμιο.

Το αεροδρόμιο υπερασπίστηκαν με λυσσαλέα πείσμα οι Έλληνες Καταδρομείς της Α' ΜΚ (υπό τον Ταγματάρχη Γεώργιο Παπαμελετίου), μαζί με τμήματα του 342 Τάγματος Πεζικού της Εθνικής Φρουράς και μια διμοιρία της ΕΛΔΥΚ. Οι Καταδρομείς, χρησιμοποιώντας αντιαρματικά όπλα, καθήλωσαν τα τουρκικά άρματα μάχης και προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στο τουρκικό πεζικό που προσπαθούσε να προελασούσε στους ανοιχτούς διαδρόμους προσγείωσης. Οι Τούρκοι αποκρούστηκαν παντού.

Βλέποντας ότι οι Τούρκοι δεν σταματούσαν την επίθεση παρά την εκεχειρία, ο Βρετανός διοικητής των δυνάμεων του ΟΗΕ (UNFICYP), Στρατηγός Πρέμ Τσαντ, αντέδρασε δυναμικά.

Διέταξε τους κυανόκρανους να πάρουν θέσεις ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους. Απείλησε την Άγκυρα ότι αν τα τουρκικά στρατεύματα προχωρήσουν, η αεροπορία του ΟΗΕ και οι Βρετανοί θα άνοιγαν πυρ εναντίον τους. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Το αεροδρόμιο Λευκωσίας δεν καταλήφθηκε ποτέ από τον τουρκικό στρατό. Κηρύχθηκε «Περιοχή Προστασίας των Ηνωμένων Εθνών» (UNPA) και μέχρι σήμερα παραμένει εγκλωβισμένο μέσα στη Νεκρή Ζώνη, ως ένα φάντασμα του πολέμου του 1974.

Η πρώτη επίσημη εκεχειρία συμφωνήθηκε για τις 22 Ιουλίου 1974 στις 16:00, μετά από έντονες διπλωματικές πιέσεις του ΟΗΕ και των ΗΠΑ. Ωστόσο, η περίοδος της εκεχειρίας (23 Ιουλίου έως 13 Αυγούστου 1974) υπήρξε στην πραγματικότητα ένα διπλωματικό προπέτασμα καπνού, το οποίο η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε πλήρως για να ενισχύσει τις δυνάμεις της.

Αν και τα όπλα έπρεπε να σιγήσουν, ο τουρκικός στρατός δεν σταμάτησε ποτέ να επεκτείνει τα εδάφη του.

Στις 22 Ιουλίου 1974, μετά τις 16:00, είχε τεθεί σε ισχύ επίσημη εκεχειρία. Οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ είχαν λάβει αυστηρές, ανώτατες διαταγές από το ΓΕΕΦ (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς) να μην ανοίξουν πυρ σε καμία περίπτωση.

Εκμεταλλευόμενοι την ανακωχή και το γεγονός ότι οι Έλληνες στρατιώτες δεν πυροβολούσαν, επίλεκτες τουρκικές δυνάμεις (αλεξιπτωτιστές και κομάντος) άρχισαν να προελαύνουν αθόρυβα. Πλησίασαν ανενόχλητοι το στρατόπεδο στο Γερόλακκο σε απόσταση αναπνοής, περίπου στα 150 μέτρα.

Ο 6ος Λόχος του 2ου Τάγματος της ΕΛΔΥΚ είχε αναπτυχθεί και κρατούσε γραμμή άμυνας στην περιοχή γύρω από το Καθολικό Νεκροταφείο Λευκωσίας. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι, ο Λοχαγός Αρώνης συνειδητοποίησε ότι η τυφλή υπακοή στη διαταγή της κατάπαυσης του πυρός θα οδηγούσε στην πλήρη εκμηδένιση των λόχων. Παραβαίνοντας συνειδητά τις εντολές, έβγαλε μια κραυγή που έμεινε στην ιστορία: «Βαράτε τους, θα μας φάνε όλους!»

Η διαταγή του Αρώνη λειτούργησε ως καταλύτης. Ο 6ος Λόχος και οι γύρω δυνάμεις άνοιξαν καταιγιστικά πυρά, αιφνιδιάζοντας με τη σειρά τους τους Τούρκους. Ακολούθησε άγρια μάχη σώμα με σώμα, η οποία έληξε με άτακτη υποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων και βαριές απώλειες για τους εισβολείς.

Ο ύπνος της Χούντας του Ιωαννίδη.

Όταν ξεκίνησε η τουρκική απόβαση στην Κυρήνεια, ο Ιωαννίδης ξύπνησε από τα τηλεφωνήματα των επιτελών του. Ήταν πεπεισμένος μέχρι την τελευταία στιγμή ότι η Τουρκία δεν θα αντιδρούσε στρατιωτικά στο πραξικόπημα που ο ίδιος είχε οργανώσει κατά του Μακαρίου. Ο Ιωαννίδης είχε στηριχθεί σε ανεπίσημες διαβεβαιώσεις πρακτόρων της CIA και του Αμερικανού απεσταλμένου Τζόζεφ Σίσκο ότι η Τουρκία έκανε απλώς «επίδειξη ισχύος» για ψυχολογικούς λόγους. Πιστεύοντας αυτό το σενάριο, τις πρώτες κρίσιμες ώρες (05:00 - 08:00 π.μ.) απαγόρευσε στις ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο (ΕΛΔΥΚ) και την Κυπριακή Εθνοφρουρά να ανοίξουν πυρ κατά των Τούρκων, επιτρέποντας στους εισβολείς να δημιουργήσουν ένα ισχυρό προγεφύρωμα στην παραλία. Όταν έγινε σαφές ότι πρόκειται για πλήρη πολεμική εισβολή, ο Ιωαννίδης μετέβη στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (Πεντάγωνο) σε έξαλλη κατάσταση. Σύμφωνα με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, ούρλιαζε στους διαδρόμους: «Μας γέλασαν οι Αμερικάνοι, μας πρόδωσαν!».

Διέταξε την άμεση κήρυξη της γενικής επιστράτευσης στην Ελλάδα, η οποία όμως, λόγω της ανικανότητας του καθεστώτος, κατέληξε σε ιστορικό χάος. Απελπισμένος, ο Ιωαννίδης ζήτησε από τους αρχηγούς των Επιτελείων να κηρύξουν γενικό πόλεμο κατά της Τουρκίας και να επιτεθούν στον Έβρο και τα νησιά του Αιγαίου. Ωστόσο, οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, του Στρατού, του Ναυτικού και της Αεροπορίας (Γρηγόριος Μπονάνος, Στρατηγός, Αρχηγός του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων (Α/ΕΔ), Ανδρέας Γαλατσάνος, Αντιστράτηγος, Αρχηγός του Αρχηγείου Στρατού (Α/Σ), Αλέξανδρος Παπανικολάου, Αντιπτέραρχος, Αρχηγός του Αρχηγείου Αεροπορίας (Α/Α), Πέτρος Αραπάκης, Αντιναύαρχος, Αρχηγός του Αρχηγείου Ναυτικού (Α/Ν).) είχαν... "ενδοιασμούς". Εξήγησαν στον Ιωαννίδη ότι η Ελλάδα ήταν στρατιωτικά απροετοίμαστη, η επιστράτευση είχε αποτύχει και ένας τέτοιος πόλεμος θα οδηγούσε στην απόλυτη καταστροφή της χώρας. Το βράδυ της 20ής Ιουλίου βρήκε τον Ιωαννίδη πολιτικά και στρατιωτικά «γυμνό». Οι ίδιοι οι στρατιωτικοί που τον στήριζαν κατάλαβαν ότι οι χειρισμοί του οδήγησαν στην τραγωδία της Κύπρου, ξεκινώντας τις διαδικασίες για την απομόνωσή του, η οποία ολοκληρώθηκε τρεις ημέρες μετά με την πτώση της χούντας και την επιστροφή Καραμανλή.

Η «επιστράτευση της παντόφλας».

Το πρωί της 20ής Ιουλίου, με την είδηση της τουρκικής απόβασης στην Κυρήνεια, η χούντα κήρυξε γενική επιστράτευση μέσω ραδιοφώνου, τηλεόρασης και σειρήνων. Η προσέλευση των εφέδρων ήταν μαζική. Χιλιάδες πολίτες έσπευσαν στα κέντρα κατάταξης από πατριωτικό καθήκον, γεμίζοντας τους δρόμους και τα στρατόπεδα. Η πραγματικότητα που αντιμετώπισαν οι έφεδροι στα στρατόπεδα ήταν αποκαρδιωτική. Υπήρχε πλήρη έλλειψη οπλισμού. Δεν υπήρχαν αρκετά όπλα για όλους. Σε πολλούς δόθηκαν παλαιά, σκουριασμένα όπλα της εποχής του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ή του Εμφυλίου, ακόμη  και του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (όπως Μάνλιχερ!!!), για τα οποία δεν υπήρχαν καν συμβατά πυρομαχικά.

Λόγω έλλειψης στολών, χιλιάδες έφεδροι παρέμεναν με τα πολιτικά τους ρούχα, φορώντας μόνο ένα στρατιωτικό δίκοχο ή περιβραχιόνιο για να αναγνωρίζονται. Λόγω της έλλειψης αρβυλών και στρατιωτικού εξοπλισμού, πολλοί έφεδροι κατέληξαν να κυκλοφορούν στα στρατόπεδα ή στις μονάδες με τα πολιτικά τους ρούχα, ακόμη και με... παντόφλες ή σαγιονάρες που φορούσαν όταν έφυγαν εσπευσμένα από τα σπίτια τους. (Για αυτό και έμεινε στην ιστορία ως η «επιστράτευση της παντόφλας»...)

Δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για σίτιση, στέγαση ή μεταφορά. Πολλοί στρατολογήθηκαν σε επιταγμένα αστικά λεωφορεία και φορτηγά ψυγεία ιδιωτικών εταιρειών.

Οι αξιωματικοί στα στρατόπεδα δεν είχαν λάβει συγκεκριμένες διαταγές ή σχέδια επιχειρήσεων από το Γενικό Επιτελείο, με αποτέλεσμα να επικρατεί πλήρης σύγχυση για το πού έπρεπε να κατευθυνθούν οι μονάδες. Το χάος αυτό προκάλεσε οργή και απογοήτευση στους εφέδρους και τους μόνιμους αξιωματικούς, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι η χώρα ήταν αδύνατον να διεξάγει πόλεμο. Η παταγώδης αποτυχία της επιστράτευσης λειτούργησε ως το "τελειωτικό χτύπημα" για τη χούντα. Οι ίδιοι οι στρατιωτικοί διοικητές κατάλαβαν ότι το καθεστώς Ιωαννίδη οδηγούσε τη χώρα σε εθνική τραγωδία, γεγονός που τους ανάγκασε να ζητήσουν την άμεση επιστροφή των πολιτικών.



Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν την επιστράτευση του 1974 περιγράφουν μια κοινή εμπειρία: τη μετάβαση από το αρχικό πατριωτικό ξέσπασμα στην απόλυτη οργή και απογοήτευση, καθώς έρχονταν αντιμέτωποι με το χάος των στρατοπέδων.

Οι περισσότεροι έφεδροι περιγράφουν ότι παρουσιάστηκαν με πολιτικά ρούχα και, αντί για σύγχρονο εξοπλισμό, έλαβαν όπλα περασμένων δεκαετιών: «Μας έδωσαν όπλα Μάνλιχερ του 1912, γεμάτα γράσο, που δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ στη θητεία μας. Δεν υπήρχαν σφαίρες που να ταιριάζουν. Αν γινόταν πόλεμος, θα πολεμούσαμε με τα χέρια».

«Επειδή δεν υπήρχαν στολές, μας έδωσαν μόνο ένα στρατιωτικό τζάκετ πάνω από τα τζιν μας και ένα δίκοχο. Μας έβαλαν σε φορτηγά-ψυγεία που είχαν επιτάξει από εταιρείες κρεάτων για να μας πάνε στα σύνορα».

Η έλλειψη συντονισμού δημιούργησε σκηνές απείρου κάλλους στους δρόμους, ειδικά προς τη Μακεδονία και τη Θράκη: «Επίταξαν τα αστικά λεωφορεία της Αθήνας. Φτάσαμε κοντά στη Θεσσαλονίκη μέσα σε πράσινα λεωφορεία του ΟΑΣΑ, με τους εφέδρους να κρέμονται από τις πόρτες σαν να πηγαίνουν στη δουλειά τους. Οι αξιωματικοί στον δρόμο δεν ήξεραν πού να μας στείλουν. Μας έλεγαν "προχωρήστε προς τα πάνω και βλέπουμε"». «Μας άφησαν σε ένα χωράφι έξω από την Ξάνθη. Δεν υπήρχε φαγητό, δεν υπήρχαν σκηνές, δεν υπήρχε νερό. Οι ντόπιοι χωρικοί μας έφερναν ψωμί και ντομάτες για να φάμε».

Το κλίμα στα στρατόπεδα στράφηκε γρήγορα εναντίον των αξιωματικών της δικτατορίας, καθώς οι έφεδροι συνειδητοποίησαν την εθνική προδοσία και την ανικανότητα του καθεστώτος: «Όταν καταλάβαμε τι γινόταν στην Κύπρο και ότι εμάς μας είχαν παρατήσει χωρίς όπλα, άρχισε η εξέγερση μέσα στο στρατόπεδο. Γυρίσαμε τα όπλα στους χουντικούς αξιωματικούς. Τους βρίζαμε κατάμουτρα και εκείνοι είχαν κλειδωθεί στα γραφεία τους, φοβισμένοι. Η πειθαρχία είχε διαλυθεί τελείως». «Το βράδυ της 23ης Ιουλίου, όταν ακούσαμε από ένα μικρό τρανζιστοράκι ότι έρχεται ο Καραμανλής και πέφτει η χούντα, το στρατόπεδο σείστηκε από τους πυροβολισμούς στον αέρα. Πετούσαμε τα δίκοχα και αγκαλιαζόμασταν. Ήταν η λύτρωση από το απόλυτο θέατρο του παραλόγου».

Οι μαρτυρίες αυτές αποδεικνύουν ότι η επιστράτευση δεν απέτυχε λόγω έλλειψης φρονήματος των πολιτών, αλλά λόγω της πλήρους αποσύνθεσης του κρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού που είχε επιφέρει η επταετία. Η χούντα ήταν ικανή μόνο να στέλνει τα τανκς εναντίον άοπλων φοιτητών και πολιτών. Όταν ήρθε η ώρα να υπερασπιστεί τα σύνορα της χώρας και τον ελληνισμό της Κύπρου, αποδείχθηκε τραγικά ανίκανη. Η καταστολή έναντι ενός δήθεν "εσωτερικού εχθρού" ήταν η δύναμή της· η εθνική άμυνα έναντι ενός πραγματικού εχθρού η παταγώδης αποτυχία της.

Οι Αμερικάνοι, οι σύμμαχοι ...και η διπλωματία του πηγαινέλα.

Ο Τζόζεφ Σίσκο (Joseph J. Sisco), ως Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για Πολιτικές Υποθέσεις, διαδραμάτισε κεντρικό και αμφιλεγόμενο ρόλο μεσολαβητή κατά την κρίση του Ιουλίου 1974 στην Κύπρο. Ενεργώντας υπό τις οδηγίες του τότε Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ, ηγήθηκε της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής («διπλωματία του πηγαινέλα») μεταξύ Λονδίνου, Αθήνας και Άγκυρας, με επίσημο στόχο την αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου.

Ο Σίσκο αρχικά επισκέφθηκε την Άγκυρα το βράδυ της 18ης Ιουλίου 1974, επιχειρώντας να πείσει την Τουρκία να μην προχωρήσει σε μονομερή στρατιωτική επέμβαση. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ, έχοντας μόλις επιστρέψει από το Λονδίνο, κατέστησε σαφές ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα της Χούντας ήταν απαράδεκτη και τη χαρακτήρισε ως «ερπουσά ένωση» Ελλάδας- Κύπρου. Όταν ο Σίσκο του ζήτησε να καταγράψει τις τουρκικές απαιτήσεις ώστε να τις μεταφέρει στην Αθήνα, ο Ετζεβίτ υπαγόρευσε 6 σκληρούς όρους: 1) Άμεση απομάκρυνση του Νίκου Σαμψών από την προεδρία της Κύπρου. 2) Πλήρη και άμεση αποχώρηση όλων των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς. 3) Δημιουργία ομοσπονδιακού κράτους στην Κύπρο, αποτελούμενου από δύο αυτόνομες διοικήσεις (ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή). 4) Εξασφάλιση μόνιμης διέλευσης και πρόσβασης της τουρκοκυπριακής πλευράς σε θάλασσα, λιμάνια και αεροδρόμια. 5) Ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί για την εγγύηση της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων. 6) Συνδιοίκηση και έλεγχο των υποδομών ζωτικής σημασίας από τις εγγυήτριες δυνάμεις. Ο Σίσκο χαρακτήρισε τις θέσεις αυτές «ακραίες που αγγίζουν τα όρια της διχοτόμησης». Υποσχέθηκε ωστόσο να τις μεταφέρει στη Χούντα των Αθηνών, προειδοποιώντας τον Ετζεβίτ ότι αν η Τουρκία εισβάλει, οι Έλληνες είναι έτοιμοι να πολεμήσουν.

Στις 19ης Ιουλίου, ο Σίσκο έφτασε στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Αν και επίσημα ο Σίσκο συνομιλούσε με τον «πρωθυπουργό» Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο και τον «υπουργό εξωτερικών» Κωνσταντίνο Κυπραίο, ο Ιωαννίδης βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Ιωαννίδης μπαινοέβγαινε στην αίθουσα, φωνάζοντας, χειρονομώντας και ελέγχοντας πλήρως τη διαδικασία. Ο Σίσκο μετέφερε αυτούσιους τους 6 σκληρούς όρους του Ετζεβίτ (απομάκρυνση Σαμψών, αποχώρηση Ελλήνων αξιωματικών, ομοσπονδία κ.λπ.) και προειδοποίησε ρητά ότι η Τουρκία ήταν έτοιμη να εισβάλει εντός των επόμενων ωρών αν δεν υπήρχαν ελληνικές υποχωρήσεις: «Οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να εισβάλουν. Πρέπει να κάνετε άμεσες υποχωρήσεις. Αν γίνει πόλεμος, θα είστε μόνοι σας. Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ δεν θα σας βοηθήσουν».

Ο Ιωαννίδης αρνήθηκε πεισματικά να πιστέψει τον Σίσκο. Θεωρούσε ότι οι Τούρκοι έκαναν μια απλή «επίδειξη δύναμης» (μπλόφα) για να εκβιάσουν πολιτικά κέρδη. Είπε μάλιστα στον Σίσκο ότι οι Αμερικανοί έπεσαν θύματα της τουρκικής προπαγάνδας: «Οι Τούρκοι μπλοφάρουν. Δεν πρόκειται να κάνουν τίποτα. Αν τολμήσουν να πατήσουν στην Κύπρο, εμείς θα τους καταστρέψουμε. Έχουμε τον έλεγχο».

Όταν ο Σίσκο επέμεινε ότι ο κίνδυνος εισβολής ήταν άμεσος, ο Ιωαννίδης εξεμάνη. Φώναξε στον Αμερικανό μεσολαβητή: «Αν οι Τούρκοι τολμήσουν να αποβιβαστούν στην Κύπρο, εμείς θα κηρύξουμε πόλεμο! Θα χτυπήσουμε την Τουρκία στη Θράκη, στο Αιγαίο και παντού!».

Η Χούντα απέρριψε κατηγορηματικά όλους τους όρους του Ετζεβίτ. Δέχτηκαν μόνο, ως ελιγμό, τη σταδιακή αντικατάσταση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς, αλλά όχι την άμεση αποχώρησή τους, ούτε φυσικά την απομάκρυνση του Σαμψών. Ο Σίσκο αποχώρησε από την Αθήνα σοκαρισμένος από το επίπεδο της ελληνικής ηγεσίας, δηλώνοντας στους συνεργάτες του ότι «αυτοί οι άνθρωποι είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας». Έχοντας εισπράξει την απόλυτη άρνηση της Αθήνας, επέστρεψε εσπευσμένα στην Άγκυρα για τη δεύτερη, μοιραία συνάντηση με τον Ετζεβίτ, γνωρίζοντας πλέον ότι η εισβολή ήταν αναπόφευκτη.




Όταν ο Σίσκο ενημέρωσε από την Αθήνα τον Κίσινγκερ για την πλήρη άρνηση και την αδιαλλαξία του Ιωαννίδη, ο Κίσινγκερ εξοργίστηκε με την ελληνική Χούντα. Χαρακτήρισε τον Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του «ηλίθιους» που δεν καταλάβαιναν ότι οδηγούσαν τη χώρα τους σε καταστροφή. Συνειδητοποιώντας ότι η ελληνική πλευρά δεν προσέφερε κανένα διπλωματικό αντάλλαγμα, ο Κίσινγκερ αποφάσισε να μην ασκήσει έντονη πίεση στην Τουρκία για να σταματήσει την απόβαση. Θεώρησε ότι μια περιορισμένη τουρκική στρατιωτική επέμβαση θα «λογίκευε» τη Χούντα και θα ανάγκαζε την Αθήνα να απομακρύνει τον Νίκο Σαμψών.

Ο Σίσκο έφτασε στην Άγκυρα, στις 02:00 τα ξημερώματα του Σαββάτου, 20 Ιουλίου 1974. Προσπάθησε να κερδίσει χρόνο με μια τελευταία συμβιβαστική πρόταση προς τον Ετζεβίτ. Άφησε να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ θα πίεζαν για την άμεση απομάκρυνση του Νίκου Σαμψών και την αντικατάστασή του από τον Γλαύκο Κληρίδη. Πρότεινε την άμεση έναρξη συνομιλιών στο Λονδίνο μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Μεγάλης Βρετανίας, με βάση τις τουρκικές ανησυχίες. Μετέφερε την απειλή του Ιωαννίδη ότι τυχόν τουρκική απόβαση θα οδηγούσε σε ολοκληρωτικό ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ο Ετζεβίτ άκουσε τον Σίσκο αλλά απέρριψε αμέσως κάθε πρόταση για αναβολή των στρατιωτικών κινήσεων. Δήλωσε ότι η Τουρκία δεν εμπιστεύεται πλέον τις υποσχέσεις της Ουάσιγκτον ούτε τις προθέσεις της Χούντας των Αθηνών. Ανέφερε ότι το 1964 και το 1967 η Τουρκία έκανε πίσω λόγω των αμερικανικών πιέσεων (επιστολή Τζόνσον κ.λπ.), αλλά αυτή τη φορά δεν θα επαναλάμβανε το ίδιο λάθος. Διευκρίνισε στον Σίσκο ότι η στρατιωτική ενέργεια που ξεκινούσε δεν ήταν «εισβολή» ή «κήρυξη πολέμου», αλλά μια «επιχείρηση ειρήνης» με βάση το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης που παρείχε η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960. Κατέστησε σαφές ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση θα γινόταν πλέον μετά την παρουσία του τουρκικού στρατού στο νησί, ώστε να διασφαλιστεί η ισορροπία δυνάμεων.

Βλέποντας την αμετακίνητη στάση του Ετζεβίτ, ο Σίσκο κατάλαβε ότι το περιθώριο της διπλωματίας είχε εξαντληθεί. Αποχώρησε αμέσως από το γραφείο του Τούρκου Πρωθυπουργού και ενημέρωσε τηλεφωνικά τον Χένρι Κίσινγκερ στην Ουάσιγκτον ότι η εισβολή ξεκινούσε εντός των επόμενων 2-3 ωρών.

Το τηλεγράφημα που απέστειλε ο Τζόζεφ Σίσκο στον Χένρι Κίσινγκερ αμέσως μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης, δραματικής συνάντησής του με τον Μπουλέντ Ετζεβίτ στην Άγκυρα (20 Ιουλίου 1974, γύρω στις 02:00 π.μ.), αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και αποκαλυπτικά ντοκουμέντα της κυπριακής τραγωδίας. Στο κείμενο αυτό, το οποίο έχει πλέον αποχαρακτηριστεί από τα αμερικανικά κρατικά αρχεία, ο Σίσκο περιέγραφε με απόλυτη σαφήνεια τι ακριβώς θα γινόταν.

Ο Σίσκο ξεκινούσε το τηλεγράφημα αναφέροντας κατηγορηματικά ότι η διπλωματική προσπάθεια απέτυχε και η τουρκική στρατιωτική επέμβαση ήταν πλέον θέμα ωρών. Ενημέρωνε τον Κίσινγκερ ότι ο Ετζεβίτ απέρριψε ασυζητητί κάθε πρόταση για αναβολή ή για τριμερείς συνομιλίες στο Λονδίνο, ξεκαθαρίζοντας ότι τα τουρκικά στρατεύματα θα βρίσκονταν στο νησί πριν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Στο τηλεγράφημα καταγραφόταν η προσπάθεια του ίδιου να προτείνει ως ύστατη λύση αποκλιμάκωσης την άμεση ανάληψη της προεδρίας της Κύπρου από τον τότε Πρόεδρο της Βουλής, Γλαύκο Κληρίδη. Ο Σίσκο θεωρούσε ότι η συνταγματική διαδοχή (που προέβλεπε τον Κληρίδη ως αντικαταστάτη σε περίπτωση απουσίας του Μακαρίου) θα αφαιρούσε από την Τουρκία το βασικό της πρόσχημα περί «παράνομου καθεστώτος Σαμψών», όμως ο Ετζεβίτ απάντησε ότι ήταν πλέον πολύ αργά για πολιτικούς ελιγμούς. Το πιο συγκλονιστικό και ιστορικά βαρύ σημείο του τηλεγραφήματος βρισκόταν στην τελευταία του παράγραφο. Ο Σίσκο κατέγραφε μια «προφητική» προειδοποίηση προς την Ουάσιγκτον. Τόνιζε ότι ο πραγματικός σκοπός της Τουρκίας δεν ήταν απλώς η ανατροπή του Σαμψών ή η προστασία των Τουρκοκυπρίων. Προέβλεπε ότι η Άγκυρα σκόπευε να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της ισχύ για να επιβάλει μια μόνιμη de facto γεωγραφική διχοτόμηση του νησιού (partition). Προειδοποιούσε ότι μόλις τα τουρκικά στρατεύματα πατούσαν το πόδι τους στην Κύπρο, η κατάσταση θα γινόταν μη αναστρέψιμη. Ο Σίσκο μετέφερε επίσης στον Κίσινγκερ την επίσημη προειδοποίηση που είχε λάβει νωρίτερα από την Αθήνα: ότι σε περίπτωση τουρκικής απόβασης, ο Ιωαννίδης ήταν αποφασισμένος να κηρύξει γενικό πόλεμο κατά της Τουρκίας σε όλα τα μέτωπα (Θράκη και Αιγαίο). Ο Σίσκο έκλεινε επισημαίνοντας τον άμεσο κίνδυνο ολοκληρωτικής κατάρρευσης της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Μόλις ο Κίσινγκερ έλαβε αυτό το τηλεγράφημα, έδωσε αμέσως εντολή στον Σίσκο να στρέψει όλη την προσοχή του στην Αθήνα, ώστε να ασκηθεί η μέγιστη δυνατή πίεση στη Χούντα προκειμένου να μην αντιδράσει στρατιωτικά και να αποφευχθεί ο ελληνοτουρκικός πόλεμος.

Την ώρα που εκδηλωνόταν η τουρκική εισβολή τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου 1974, ο Τζόζεφ Σίσκο επέστρεφε εσπευσμένα από την Άγκυρα στην Αθήνα, φτάνοντας γύρω στις 06:00 π.μ., σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη των τουρκικών βομβαρδισμών στην Κύπρο. Η αποστολή του τώρα πλέον δεν ήταν η αποτροπή της εισβολής, αλλά η άσκηση ασφυκτικών πιέσεων στη Χούντα των Αθηνών για να μην κηρύξει γενικό πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ο Σίσκο επικοινώνησε αμέσως με την ηγεσία της χούντας, ζητώντας να μην υπάρξει ελληνική στρατιωτική απάντηση για να δοθεί χρόνος στη διπλωματία. Σύμφωνα με τη μετέπειτα υπερασπιστική γραμμή του Ιωαννίδη, εκεί στήθηκε η «μεγάλη απάτη». Αμερικανοί σύνδεσμοι καθησύχαζαν τον ίδιο και την Χούντα: «Μην ανοίξετε πυρ. Πρόκειται για μια περιορισμένη κίνηση των Τούρκων για τη δημιουργία εντυπώσεων. Αν χτυπήσετε, θα προκαλέσετε γενικό πόλεμο». Ο Ιωαννίδης πείστηκε και έδωσε την εντολή στους Έλληνες αξιωματικούς στην Κύπρο να δείξουν «αυτοσυγκράτηση», επιτρέποντας στους Τούρκους να αποβιβαστούν ανενόχλητοι.

Μόλις προσγειώθηκε ξανά στην Αθήνα ο Σίσκο, συνοδευόμενος από τον Αμερικανό πρέσβη Χένρι Τάσκα, μετέβη στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης (στο Πεντάγωνο), όπου επικρατούσε κατάσταση πλήρους σύγχυσης. Ο Ιωαννίδης, συνειδητοποιώντας ότι οι Τούρκοι δεν μπλόφαραν, ήταν εκτός εαυτού. Φώναζε στον Σίσκο ότι οι Αμερικανοί τον εξαπάτησαν και διέταξε αμέσως γενική επιστράτευση, δίνοντας εντολή για πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας σε Κύπρο, Θράκη και Αιγαίο. Διέταξε τα δύο υπερσύγχρονα ελληνικά υποβρύχια («Γλαύκος» και «Νηρεύς»), που έπλεαν ήδη στα ανοιχτά της Κύπρου, να επιτεθούν και να βυθίσουν την τουρκική αποβατική δύναμη στην Κερύνεια. Διέταξε τη μετακίνηση πολεμικών πλοίων προς τα τουρκικά παράλια για τη δημιουργία αντιπερισπασμού. Έδωσε εντολή προς τον Αρχηγό της Αεροπορίας, Αλέξανδρο Παπανικολάου, για την άμεση απογείωση των υπερσύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών F-4 Phantom από την Κρήτη, με στόχο να πλήξουν τα τουρκικά πλοία και το προγεφύρωμα στην Κερύνεια, ώστε να παρέχουν αεροπορική κάλυψη στην ανυπεράσπιστη Εθνική Φρουρά. Ταυτόχρονα διέταξε την έναρξη του Σχεδίου «Βέλος»): διέταξε τον Στρατό Ξηράς να περάσει τον Έβρο και να επιτεθεί στην τουρκική Θράκη, πιστεύοντας ότι μια ελληνική προέλαση στη Θράκη θα ανάγκαζε την Άγκυρα να σταματήσει την εισβολή στην Κύπρο για να υπερασπιστεί το δικό της έδαφος.

Ο Σίσκο δεν πτοήθηκε. Ενεργώντας υπό τις αυστηρές οδηγίες του Κίσινγκερ, ο Σίσκο χρησιμοποίησε τη γλώσσα των τελεσίγραφων. Προειδοποίησε τον Ιωαννίδη και τους στρατηγούς ότι αν η Ελλάδα κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, το ΝΑΤΟ θα απέσυρε αμέσως κάθε κάλυψη της Ελλάδας, αφήνοντάς την εντελώς έκθετη έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Έκτος Στόλος των ΗΠΑ θα παρεμβαλλόταν δυναμικά στο Αιγαίο για να εμποδίσει τη μετακίνηση ελληνικών πλοίων και αεροσκαφών προς την Κύπρο. Η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε μια ολοκληρωτική στρατιωτική καταστροφή, καθώς οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι η επιστράτευση της Χούντας εξελισσόταν σε απόλυτο χάος.

Βλέποντας ότι ο Ιωαννίδης ήταν πλέον εκτός εαυτού, ο Σίσκο έκανε μια κρίσιμη "διπλωματική" κίνηση, παρέκαμψε τον «αόρατο δικτάτορα» και άρχισε να συνομιλεί απευθείας με τους Αρχηγούς των Όπλων, και κυρίως με τον Αρχηγό του Ναυτικού, Αντιναύαρχο Πέτρο Αραπάκη, και τον Αρχηγό της Αεροπορίας, Αλέξανδρο Παπανικολάου. Οι Έλληνες στρατιωτικοί, αντιλαμβανόμενοι το ανέτοιμο των δυνάμεων και την απειλή του Σίσκο, πείστηκαν να ακυρώσουν τις διαταγές του Ιωαννίδη. Έτσι ανακλήθηκαν τα ελληνικά υποβρύχια που έπλεαν προς την Κύπρο και ακυρώθηκε η αποστολή των ελληνικών μαχητικών αεροσκαφών F-4 Phantom, που θα μπορούσαν να πλήξουν το τουρκικό προγεφύρωμα. Η παρέμβαση του Σίσκο στην Αθήνα την ώρα της εισβολής πέτυχε τον βασικό στόχο της Ουάσιγκτον και κράτησε την Ελλάδα στρατιωτικά αδρανή. Αυτό επέτρεψε στα τουρκικά στρατεύματα να σταθεροποιήσουν το προγεφύρωμά τους στην Κερύνεια χωρίς ελληνική αεροναυτική αντίσταση, σφραγίζοντας την πρώτη φάση της κυπριακής τραγωδίας.

Την ίδια ώρα ο Διοικητής της 1ης Στρατιάς στη Λάρισα (που είχε την ευθύνη της εφαρμογής του Σχεδίου Βέλος), Αντιστράτηγος Ιωάννης Ντάβος, καθώς και ο Διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού στη Θράκη, αντέδρασαν με κατηγορηματική άρνηση, έντονη ανησυχία και απειλή ανταρσίας κατά των πολεμικών εντολών του Δημητρίου Ιωαννίδη. Όταν έφτασε η διαταγή του Ιωαννίδη για επίθεση (Σχέδιο «Βέλος»), οι διοικητές στη Θράκη διαπίστωσαν αμέσως ότι η γενική επιστράτευση που είχε κηρυχθεί μερικές ώρες νωρίτερα εξελισσόταν σε απόλυτο οργανωτικό χάος. Οι επίστρατοι έφταναν στις μονάδες χωρίς βασικό εξοπλισμό, δεν υπήρχαν επαρκή πυρομαχικά, και τα μέσα μεταφοράς ήταν ελλιπή. Ο Ντάβος γνώριζε ότι μια επίθεση υπό αυτές τις συνθήκες θα οδηγούσε σε σφαγή. Ο Ντάβος είχε συνεχείς και οργισμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο, στο Πεντάγωνο. Ο Ντάβος ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να ξεκινήσει επιθετικές επιχειρήσεις στον Έβρο. Δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η αποστολή των δυνάμεών του ήταν η άμυνα της ελληνικής επικράτειας και όχι μια επιθετική περιπέτεια αυτοκτονίας στη Θράκη, τη στιγμή που η Ελλάδα ήταν εντελώς απομονωμένη διεθνώς. Η αντίδραση του Ντάβου δεν σταμάτησε στην άρνηση εκτέλεσης της διαταγής. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο Διοικητής της 1ης Στρατιάς διεμήνυσε στην Αθήνα ότι αν το καθεστώς του Ιωαννίδη επέμενε να οδηγήσει τη χώρα σε ολοκληρωτικό πόλεμο με την Τουρκία, οι δυνάμεις της Θράκης και της Μακεδονίας ήταν έτοιμες να στρέψουν τα όπλα προς την Αθήνα για να ανατρέψουν τη Χούντα. Η σθεναρή στάση του Διοικητή της 1ης Στρατιάς λειτούργησε ως το τελειωτικό χτύπημα στα σχέδια του Ιωαννίδη. Οι Αρχηγοί των Όπλων στο Πεντάγωνο χρησιμοποίησαν την άρνηση του Ντάβου ως το βασικό τους επιχείρημα για να αγνοήσουν οριστικά τον Ιωαννίδη. Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα, στις 23 Ιουλίου, ο Ιωάννης Ντάβος ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της στρατιωτικής κίνησης που ανάγκασε τη Χούντα να παραδώσει την εξουσία στους πολιτικούς, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή.


Βλέποντας ο Ιωαννίδης πως οι διαταγές του ανακλήθηκαν, ότι έχασε τον έλεγχο του στρατεύματος και ότι η αμερικανική διπλωματία τον είχε εγκλωβίσει, ο «αόρατος δικτάτορας» κατέρρευσε ψυχολογικά. Απομονώθηκε σε ένα γραφείο του Πενταγώνου, αρνούμενος να μιλήσει σε κανέναν. Σύμφωνα με τη γνωστή μαρτυρία του τότε Αρχηγού Ναυτικού, Πέτρου Αραπάκη, ο Ιωαννίδης κάθισε σε μια καρέκλα και άρχισε να κλαίει, συνειδητοποιώντας ότι το πραξικόπημα που οργάνωσε κατά του Μακαρίου οδήγησε στην εθνική καταστροφή και στο τέλος της δικής του εξουσίας. Μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες, η πλήρης πολιτική του εκμηδένιση επέτρεψε στους στρατηγούς να τον παραμερίσουν εντελώς, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Η πιο κρίσιμη φάση των μυστικών επαφών ξεκίνησε την επόμενη ημέρα, 21 Ιουλίου, όταν ο Σίσκο βρισκόταν πλέον στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα. Ο Κίσινγκερ χρειαζόταν έναν αξιόπιστο συνομιλητή στην Ελλάδα για να επιτύχει κατάπαυση του πυρός, καθώς ο Ιωαννίδης είχε πλέον απομονωθεί. Ο Αραπάκης, με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Φαίδωνα Γκιζίκη, άνοιξε απευθείας τηλεφωνική γραμμή με τον Σίσκο και την πρεσβεία, παρακάμπτοντας πλήρως τον Ιωαννίδη. Ο Σίσκο χρησιμοποιούσε τον Αραπάκη για να μεταφέρει τις τουρκικές προτάσεις και να λάβει τις ελληνικές απαντήσεις. Μέσω αυτού του διαύλου, ο Αραπάκης εγγυήθηκε στους Αμερικανούς ότι η Ελλάδα αποδέχεται την κατάπαυση του πυρός και ότι δεν θα στείλει ενισχύσεις στην Κύπρο, με αντάλλαγμα τη δέσμευση της Ουάσιγκτον ότι οι Τούρκοι θα σταματούσαν την προέλασή τους.

Το μεσημέρι της 22ας Ιουλίου 1974, ο Σίσκο κάλεσε τον Αραπάκη στο τηλέφωνο και του ανακοίνωσε ότι ο Ετζεβίτ συμφώνησε στην κατάπαυση του πυρός για τις 16:00 το απόγευμα. Ο Αραπάκης, ενεργώντας ως de facto ηγέτης της χώρας, αποδέχθηκε αμέσως τη συμφωνία. Η μυστική αυτή συμφωνία Σίσκο - Αραπάκη είχε διπλό αποτέλεσμα. Στο στρατιωτικό μέτωπο σταμάτησε (προσωρινά) τις μεγάλες εχθροπραξίες στην Κύπρο, αν και οι Τούρκοι παραβίασαν την εκεχειρία για να βελτιώσουν τις θέσεις τους. Στο πολιτικό μέτωπο αφαίρεσε και το τελευταίο έρεισμα εξουσίας από τον Ιωαννίδη. Οι Αρχηγοί των Όπλων, έχοντας πλέον την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ μέσω του Σίσκο, ένιωσαν αρκετά ισχυροί ώστε την επόμενη ημέρα (23 Ιουλίου) να καλέσουν τους πολιτικούς αρχηγούς και να παραδώσουν την εξουσιά, οδηγώντας στην πτώση της Χούντας.

Το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου 1974, ο Φαίδων Γκιζίκης κάλεσε στο Παλαιό Κοινοβούλιο παλαιούς πολιτικούς, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Γεώργιος Μαύρος και ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, οι πολιτικοί αρχικά συζητούσαν τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τους Κανελλόπουλο και Μαύρο. Ωστόσο, ο Ευάγγελος Αβέρωφ επέμεινε ότι η μόνη λύση που θα εξασφάλιζε την απόλυτη αποδοχή του στρατού και του λαού ήταν ο Καραμανλής. Με την έγκριση του Γκιζίκη, ο Αβέρωφ βγήκε από την αίθουσα και τηλεφώνησε στον Καραμανλή στο Παρίσι. Του εξήγησε την κρισιμότητα της κατάστασης και του είπε: «Η παρουσία σου είναι απολύτως απαραίτητη». Η πρόταση του Αβέρωφ έγινε δεκτή από τους στρατιωτικούς (τους αρχηγούς των όπλων Μπονάνο, Γαλατσάνο, Παπανικολάου και Αραπάκη) αλλά και από τους υπόλοιπους πολιτικούς. Αμέσως μετά, ο ίδιος ο Γκιζίκης πήρε το ακουστικό για να μιλήσει επίσημα με τον Καραμανλή. Ο Γκιζίκης του ζήτησε να επιστρέψει αμέσως στην Ελλάδα για να αναλάβει τη διακυβέρνηση. Ο Καραμανλής, αφού βεβαιώθηκε ότι η παράδοση της αρχής ήταν καθολική και χωρίς όρους από την πλευρά του στρατού, απάντησε: «Έρχομαι».

Μόλις οριστικοποιήθηκε η απόφαση, ο Γκιζίκης και οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων συντόνισαν τις διαδικασίες για την ασφαλή επιστροφή του. Επειδή η αποστολή ελληνικού πολεμικού αεροσκάφους θα καθυστερούσε, ζητήθηκε η συνδρομή της γαλλικής κυβέρνησης, η οποία παραχώρησε το προεδρικό αεροπλάνο του Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εστέν για την άμεση μεταφορά του στην Αθήνα. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 2:00 π.μ. στις 24ης Ιουλίου 1974. Χιλιάδες πολίτες είχαν συγκεντρωθεί αυθόρμητα μέσα στη νύχτα για να τον υποδεχθούν με ενθουσιασμό. Στις 4:00 π.μ. της ίδιας ημέρας ορκίστηκε Πρωθυπουργός και σχημάτισε την ιστορική Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.


Την προηγούμενη ημέρα κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στην Κύπρο. Το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου, υπό το βάρος της τουρκικής εισβολής και της κατάρρευσης των στρατιωτικών μετώπων, ο Σαμψών διάβασε το διάγγελμα παραίτησής του από τον κρατικό ραδιοσταθμό της Κύπρου (ΡΙΚ). Αμέσως μετά την ανακοίνωση, στις 16:00 το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Πρόεδρος της Βουλής, Γλαύκος Κληρίδης, ορκίστηκε ως αναπληρωτής Πρόεδρος της Δημοκρατίας (λόγω κωλύματος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου), αποκαθιστώντας τη συνταγματική τάξη στο νησί.

Μόλις επέστρεψε ο Καραμανλής, στις πρώτες του συναντήσεις με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, ο Καραμανλής ζήτησε ενημέρωση για την κατάσταση στην Κύπρο. Οι αρχηγοί του στρατού (Μπονάνος, Γαλατσάνος) του εξήγησαν ότι η επιστράτευση που είχε κηρύξει η Χούντα είχε καταρρεύσει, το ηθικό ήταν διαλυμένο και η αποστολή στρατευμάτων ή αεροπλάνων στην Κύπρο ήταν πρακτικά αδύνατη και θα οδηγούσε σε πανωλεθρία.  Ο Καραμανλής έστειλε αμέσως τον Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και Υπουργό Εξωτερικών, Γεώργιο Μαύρο, στις Διασκέψεις της Γενεύης (Ιούλιος-Αύγουστος 1974) για την επίτευξη εκεχειρίας. Παρά τις προσπάθειες, η Τουρκία χρησιμοποίησε τις συνομιλίες ως προπέτασμα καπνού για να ενισχύσει τις δυνάμεις της στο νησί.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε σαφή εικόνα για τις πραγματικές προθέσεις των Τούρκων, τόσο από τις δικές του υπηρεσίες όσο και από τις ξένες δυνάμεις- ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία.

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δείχνουν ότι ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Χένρι Κίσινγκερ, είχε ξεκαθαρίσει το τοπίο στον Καραμανλή και τον ΥΠΕΞ Γεώργιο Μαύρο. Ο Κίσινγκερ είχε διαμηνύσει στην Αθήνα ότι η Ουάσιγκτον δεν επρόκειτο να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία (όπως τον Έκτο Στόλο) για να εμποδίσει τους Τούρκους. Οι Αμερικανοί ουσιαστικά έλεγαν στον Καραμανλή ότι η Τουρκία ήταν αποφασισμένη να πάρει αυτό που ήθελε και ότι η Ελλάδα έπρεπε να συμβιβαστεί με την ιδέα της εδαφικής απώλειας στην Κύπρο για να αποφευχθεί ένας γενικευμένος ελληνοτουρκικός πόλεμος. Η Μεγάλη Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναμη, είχε στρατεύματα και βάσεις στο νησί. Ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Τζέιμς Κάλαχαν, στις συνομιλίες της Γενεύης, είχε προειδοποιήσει την ελληνική πλευρά ότι οι Τούρκοι θα χτυπήσουν αν δεν γίνουν δεκτοί οι όροι τους. Όταν ο Γεώργιος Μαύρος ζήτησε κοινή στρατιωτική δράση Βρετανίας-Ελλάδας για να σταματήσει η τουρκική προέλαση, οι Βρετανοί αρνήθηκαν κατηγορηματικά, δηλώνοντας ότι δεν θα πολεμήσουν με την Τουρκία για χάρη της Κύπρου.



Υπό αυτό το κλίμα ο Καραμανλής επέλεξε να αφήσει την Κύπρο αβοήθητη στρατιωτικά. Καμία ενίσχυση δεν στάλθηκε στο νησί. Οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις και οι δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ που βρίσκονταν ήδη στο νησί αφέθηκαν να αντιμετωπίσουν ολομόναχες τη δεύτερη τουρκική εισβολή, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα η νέα πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας προχώρησε σε άμεσες αλλαγές προσώπων στην Κύπρο. Ο Νικολαΐδης, έχοντας συνδεθεί στενά με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, θεωρήθηκε ακατάλληλος να συνεχίσει. Στις αρχές Αυγούστου κλήθηκε πίσω στην Αθήνα. Νέος επίσημος Διοικητής της ΕΛΔΥΚ είχε οριστεί ο Συνταγματάρχης Παναγιώτης Κολλάτος, ο οποίος είχε φτάσει κρυφά στο νησί κατά την εκεχειρία. Ωστόσο, επειδή το 1ο Τάγμα της ΕΛΔΥΚ είχε μετακινηθεί εκτός βάσης για να καλύψει άλλες αμυντικές γραμμές, ο Κολλάτος βρισκόταν εκτός του στρατοπέδου του Γερολάκκου, συντονίζοντας τις ευρύτερες κινήσεις της Μονάδας. Μέσα στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στον Γερολάκκο την ευθύνη της διοίκησης είχε ο Αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος.


Η Μάχη στην Λάπηθο.

Στις 23 Ιουλίου συμφωνήθηκε επίσημα η πρώτη εκεχειρία (μετά την πτώση της Χούντας στην Αθήνα και την αλλαγή σκυτάλης στην Κύπρο). Ωστόσο, ο τουρκικός στρατός παραβίαζε συνεχώς την κατάπαυση του πυρός για να διευρύνει τα εδάφη του.  Ήδη απο το βράδυ της 22ας προς 23η Ιουλίου, ο 1ος και ο 3ος Λόχος του 1ου Τάγματος της ΕΛΔΥΚ (μαζί με τμήματα του 256 Τάγματος Πεζικού) έλαβε επείγουσα διαταγή μετακίνησης. Μεταφέρθηκαν με οχήματα προς τον Πενταδάκτυλο, στην περιοχή των υψωμάτων πάνω από τη Λάπηθο και τον Καραβά. Στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν μια νέα γραμμή άμυνας δυτικά του τουρκικού προγεφυρώματος, ώστε να αποτραπεί η επέκταση των Τούρκων προς τα δυτικά του νησιού. 

Ο 1ος Λόχος παρέμεινε οχυρωμένος στα υψώματα της Λαπήθου υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες (έλλειψη νερού, συνεχείς παρενοχλήσεις από τουρκικά πυρά, αποκοπή από την κεντρική διοίκηση στη Λευκωσία). Εκεί προετοίμασε τις αμυντικές του θέσεις, οι οποίες έμελλε να δεχθούν το κύριο βάρος της φονικής τουρκικής επίθεσης στις 6 Αυγούστου, λίγες μέρες πριν την επίσημη έναρξη του Αττίλα ΙΙ.

Σε αντίθεση με τον 1ο Λόχο που παρέμεινε και απομονώθηκε στη Λάπηθο, ο 3ος Λόχος έλαβε διαταγή και κινήθηκε προς τα βόρεια παράλια, δυτικά της Κερύνειας, στη Βασίλεια.

Τα ξημερώματα της 6ης Αυγούστου (περίπου στις 04:30), η 28η Τουρκική Μεραρχία εξαπέλυσε γενικευμένη επίθεση στην Λάπηθο.

Χρησιμοποίησαν τουλάχιστον δύο συντάγματα πεζικού, πάνω από 30 άρματα μάχης Μ47/Μ48 και καταιγιστική υποστήριξη από το πυροβολικό και την αεροπορία.

Στην περιοχή αμύνονταν το αποδεκατισμένο 256 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, ο 1ος Λόχος της ΕΛΔΥΚ και μια διμοιρία βαρέων όλμων. Οι ελληνικές δυνάμεις ήταν αριθμητικά υποδεέστερες (περίπου 1 προς 10) και χωρίς καθόλου αντιαρματική ή αεροπορική κάλυψη.

Παρά τον απόλυτο αιφνιδιασμό, ο 1ος Λόχος της ΕΛΔΥΚ και το 256 Τ.Π. πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση, ιδιαίτερα στην περιοχή του Κεφαλόβρυσου Λαπήθου. Με εύστοχα πυρά όλμων και πολυβόλων, οι αμυνόμενοι κατάφεραν αρχικά να καθηλώσουν το τουρκικό πεζικό και να εξολοθρεύσουν ένα ολόκληρο τουρκικό τάγμα, προκαλώντας του τεράστιες απώλειες. Κατέστρεψαν επίσης δύο τουρκικά άρματα μάχης με πενιχρά μέσα. Η υπεροχή των Τούρκων σε άνδρες και ερπύστριες οδήγησε γρήγορα σε υπερφαλάγγιση των ελληνικών θέσεων. Όταν δόθηκε η διαταγή σύμπτυξης (υποχώρησης) προς τα Βασίλεια, η κατάσταση μετατράπηκε σε τραγωδία. Τουρκικά τμήματα είχαν ήδη διεισδύσει στα νώτα των αμυνόμενων και έστησαν φονική ενέδρα στους πυκνούς καλαμιώνες της περιοχής Αϊρκώτισσα στη Λάπηθο. Ακολούθησαν άγριες μάχες σώμα με σώμα. Ο 1ος Λόχος της ΕΛΔΥΚ και το 256 Τ.Π. διασπάστηκαν και αποδεκατίστηκαν. Πολλοί στρατιώτες εγκλωβίστηκαν μέσα στα σπίτια και τα σοκάκια των δύο κωμοπόλεων.

Η 6η Αυγούστου αποτελεί μαύρη επέτειο, καθώς μετά την κατάληψη της Λαπήθου και του Καραβά, τα τουρκικά στρατεύματα προχώρησαν σε μαζικές εκτελέσεις στρατιωτών που παραδόθηκαν, αλλά και ανυπεράσπιστων αμάχων (κυρίως ηλικιωμένων) που είχαν εγκλωβιστεί στις κοινότητες. Δεκάδες άνδρες της ΕΛΔΥΚ και της Εθνοφρουράς που χάθηκαν εκείνη την ημέρα παρέμειναν στον κατάλογο των αγνοουμένων για δεκαετίες, μέχρι την ανεύρεση των οστών τους σε ομαδικούς τάφους τα επόμενα χρόνια.

Όταν η άμυνα στη Λάπηθο κατέρρευσε στις 6 Αυγούστου, ο 3ος Λόχος βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της νέας αμυντικής τοποθεσίας στη Βασίλεια. Εκεί, μαζί με τα υπολείμματα του κυπριακού 256 Τάγματος Πεζικού, περίμεναν τους Τούρκους. Με καταιγιστικά πυρά κατάφεραν να καθηλώσουν το τουρκικό πεζικό που συνόδευε τα άρματα μάχης, σταματώντας την προέλασή τους προς τα δυτικά.

Με την κατάληψη της Λαπήθου και του Καραβά στις 6 Αυγούστου, οι Τούρκοι κατάφεραν να «ισιώσουν» και να διευρύνουν το προγεφύρωμά τους προς τα δυτικά της Κερύνειας. Εξασφάλισαν έτσι την απαραίτητη εδαφική υποδομή και τον πλήρη έλεγχο της βόρειας ακτογραμμής, γεγονός που τους επέτρεψε να εκκινήσουν με τεράστιο πλεονέκτημα τη δεύτερη μεγάλη φάση της εισβολής (Αττίλας ΙΙ) λίγες ημέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου 1974.


Το Λάφυρο του Πενταδακτύλου.

Στις 2 Αυγούστου 1974 (κατά την εύθραυστη εκεχειρία ανάμεσα στον Αττίλα 1 και 2), μια τουρκική φάλαγγα αρμάτων επιτέθηκε στην περιοχή Κόρνος του Πενταδακτύλου και έπεσε σε ναρκοπέδιο. Οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν και εγκατέλειψαν άθικτα ένα άρμα μάχης M47 Patton και ένα τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού M113. Η Εθνική Φρουρά πήρε τα οχήματα και συγκρότησε ένα μεικτό πλήρωμα με επικεφαλής τον Ελλαδίτη Λοχία (ΤΘ) Κωνσταντίνο Δρόσο (από την Αρτοτίνα Φωκίδας), τον Κύπριο έφεδρο πυροβολητή Ανδρέα Κουδουνά και άλλους τρεις στρατιώτες. Το άρμα διατήρησε τα τουρκικά εμβλήματα (τη λευκή ημισέληνο) για λόγους παραπλάνησης.

Στις 15 Αυγούστου 1974, κατά τη διάρκεια του «Αττίλα 2», μια τουρκική επιλαρχία από δεκάδες άρματα M47 άρχισε να προελαύνει προς το χωριό Σκυλλούρα, με σκοπό να εκκαθαρίσει την περιοχή και να σφαγιάσει τους εναπομείναντες κατοίκους. Το μοναχικό "ελληνικό" M47 με το πλήρωμα του Δρόσου βρισκόταν στην περιοχή. Λόγω των πυκνών καπνών από τα φλεγόμενα χωράφια και της πανομοιότυπης εμφάνισης του άρματος, ο Δρόσος πήρε μια παράτολμη απόφαση: αντί να υποχωρήσει, μπήκε σφήνα μέσα στην τουρκική φάλαγγα αρμάτων!

Οι Τούρκοι αρματιστές, βλέποντας το M47 με τα δικά τους διακριτικά, υπέθεσαν ότι πρόκειται για δικό τους όχημα.

Το ελληνικό πλήρωμα άρχισε να κινείται μαζί με την τουρκική ίλη. Μόλις έφταναν πίσω ή πλάι από ένα τουρκικό τανκ, ο Ανδρέας Κουδουνάς σημάδευε στα ευάλωτα σημεία και πυροβολούσε εξ επαφής. Όταν το πρώτο τουρκικό άρμα τινάχτηκε στον αέρα, οι υπόλοιποι Τούρκοι δεν κατάλαβαν από πού δέχτηκαν το πλήγμα. Νόμιζαν ότι είχαν πέσει σε ενέδρα αντιαρματικών. Κινούμενος με ταχύτητα και αλλάζοντας συνεχώς θέσεις, ο Δρόσος και το πλήρωμά του κατέστρεψαν 5 τουρκικά άρματα μάχης M47 μέσα σε λίγη ώρα. Η τουρκική επιλαρχία, έχοντας υποστεί σοκ από τις «αόρατες» απώλειες και πιστεύοντας ότι αντιμετωπίζει ισχυρές δυνάμεις, διέκοψε την επίθεση και οπισθοχώρησε έντρομη. Με αυτό το ασύλληπτο πολεμικό τέχνασμα, το πλήρωμα του Κωνσταντίνου Δρόσου κράτησε τη Σκυλλούρα, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο στους εκατοντάδες άμαχους κατοίκους να εκκενώσουν το χωριό με ασφάλεια. Όταν τελείωσαν τα πυρομαχικά τους, ο Δρόσος οδήγησε το άρμα πίσω στις ελληνικές γραμμές, όπου παραλίγο να βληθούν από φίλια πυρά, αλλά κατάφεραν να αναγνωριστούν εγκαίρως.

Ο ίδιος ο Δρόσος περιγράφει: «Είχαμε το M47 που είχαμε πάρει ως λάφυρο, με τη λευκή ημισέληνο ακόμα βαμμένη πάνω του. Όταν είδαμε την τουρκική επιλαρχία να έρχεται προς τη Σκυλλούρα, δεν είχαμε άλλη επιλογή. Μπήκαμε σφήνα ανάμεσά τους. Οι Τούρκοι μας έβλεπαν και νόμιζαν ότι είμαστε δικοί τους. Κινούμασταν μαζί τους, τους πλησιάζαμε στα 20-30 μέτρα και τους χτυπούσαμε στα πλευρά ή από πίσω, εκεί που η θωράκιση είναι αδύνατη.»

Ο Ίλαρχος Χαραλάμπους, που βρισκόταν σε παρατηρητήριο της περιοχής, κατέγραψε γραπτώς ολόκληρη τη μάχη. Στη γραπτή του αναφορά προς τη διοίκηση, ο Ίλαρχος επιβεβαίωσε την ολοσχερή καταστροφή 5 τουρκικών αρμάτων M47 από το μοναχικό ελληνικό τανκ. Βάσει αυτής της αναφοράς, ο διοικητής της μονάδας πρότεινε τον Δρόσο για την απονομή του Πολεμικού Σταυρού. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η καθήλωση της τουρκικής επιλαρχίας στη Σκυλλούρα λειτούργησε ως σανίδα σωτηρίας. Το τουρκικό πεζικό τρομοκρατήθηκε, πιστεύοντας ότι έχει κυκλωθεί από ισχυρές δυνάμεις, και σταμάτησε την προέλαση. Αυτή η καθυστέρηση έδωσε τον απαραίτητο χρόνο σε 3.000 άμαχους Κύπριους από τα γύρω χωριά (Ασώματος, Μύρτου κ.ά.) να διαφύγουν προς τις ελεύθερες περιοχές πριν μπουν οι εισβολείς. Όπως και σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, η πολιτεία άργησε δεκαετίες να αναγνωρίσει τον άθλο αυτό. Ο Κώστας Δρόσος τιμήθηκε τελικά μόλις το 2016 με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας.



Ο Ράμπο της Κύπρου.

Ο Μανώλης Μπικάκης (1954–1994) έμεινε στην ιστορία ως ο «Έλληνας Ράμπο» της Κύπρου, καθώς ο άθλος του στο Ύψωμα Κολοκασίδη αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές περιπτώσεις ατομικής ανδρείας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Μπικάκης, με καταγωγή από την Ασή Γωνιά Χανίων, υπηρετούσε ως καταδρομέας στην Α' Μοίρα Αλεξιπτωτιστών στο Μάλεμε της Κρήτης. Τη νύχτα της 21ης προς 22α Ιουλίου 1974, επιβιβάστηκε στο μοιραίο Noratlas «ΝΙΚΗ 11» στο πλαίσιο της Επιχείρησης «ΝΙΚΗ». Η αποστολή τους ήταν να ενισχύσουν την άμυνα της Λευκωσίας. Κατά τη διάρκεια του «Αττίλα 2», ο 20χρονος τότε Μπικάκης βρέθηκε με τον Λόχο του στο Ύψωμα Κολοκασίδη στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας, μια θέση στρατηγικής σημασίας που ήλεγχε την είσοδο προς την πρωτεύουσα. Μετά από καταιγιστικό βομβαρδισμό της τουρκικής αεροπορίας και του πυροβολικού, ο Λόχος του αναγκάστηκε να συμπτυχθεί. Μέσα στο χάος και τους καπνούς, ο Μπικάκης αποκόπηκε και θεωρήθηκε νεκρός. Αντί να υποχωρήσει, επέλεξε να παραμείνει στη θέση του. Είχε μαζί του ένα αντιαρματικό ΠΑΟ (Πυροβόλο Άνευ Οπισθοδρομήσεως) M67 των 90 χιλιοστών και μόλις 8 βλήματα.

Μια τουρκική ίλη αρμάτων μάχης M48Α2, υποστηριζόμενη από ένα τάγμα πεζικού, άρχισε να προελαύνει προς το ύψωμα. Ο Μπικάκης, εκμεταλλευόμενος το ανάγλυφο του εδάφους, άρχισε να αλλάζει συνεχώς θέσεις μετά από κάθε βολή για να μην εντοπίζεται.

Με απόλυτη ψυχραιμία, σημάδευε τις ερπύστριες και τα ευάλωτα σημεία των τουρκικών τανκς. Κατάφερε να καταστρέψει 6 άρματα μάχης M48 το ένα μετά το άλλο.

Όταν οι Τούρκοι στρατιώτες του πεζικού προσπάθησαν να καλυφθούν σε ένα κοντινό διώροφο κτίριο (το σχολείο της περιοχής), ο Μπικάκης έστρεψε το ΠΑΟ εναντίον του κτιρίου, εξουδετερώνοντας την εχθρική εστία. Λόγω των συνεχών και εύστοχων πληγμάτων από διαφορετικά σημεία, οι Τούρκοι πίστεψαν ότι είχαν να κάνουν με ολόκληρη οργανωμένη μονάδα αντιαρματικών. Ο πανικός που προκλήθηκε ανάγκασε το τουρκικό τάγμα σε άτακτη υποχώρηση, διασώζοντας τη Λευκωσία από την περικύκλωση. Μετά από τρεις ημέρες περιπλάνησης στις εμπόλεμες ζώνες, έχοντας μαζί του μόνο το ατομικό του τυφέκιο, ο Μπικάκης κατάφερε να εντοπίσει ξανά τη μονάδα του. Όταν παρουσιάστηκε, οι συμπολεμιστές του έμειναν άναυδοι, καθώς τον είχαν ήδη ξεγράψει. Παρά τον ασύλληπτο άθλο του, ο οποίος επιβεβαιώθηκε πλήρως από τις αναφορές των αξιωματικών, ο Μανώλης Μπικάκης δεν τιμήθηκε ποτέ όσο ζούσε από το επίσημο ελληνικό κράτος. Λόγω του πολιτικού κλίματος της εποχής και της τάσης να «ξεχαστεί» η τραγωδία της Κύπρου, η ιστορία του αποσιωπήθηκε. Επέστρεψε στην Κρήτη, όπου έζησε μια απλή ζωή εργαζόμενος ως οικοδόμος.



Ο Αττίλας ΙΙ : «Η Κύπρος κείται μακράν».

Κατά τη διάρκεια της δηθεν εκεχειρίας, πραγματοποιήθηκαν δύο γύροι διπλωματικών συναντήσεων στη Γενεύη της Ελβετίας μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας (Γεώργιος Μαύρος), της Τουρκίας (Τουράν Γκιουνές) και της Μεγάλης Βρετανίας (Τζέιμς Κάλαχαν). Η Τουρκία, έχοντας πλέον το στρατιωτικό πλεονέκτημα στο νησί, εμφάνισε μια αδιάλλακτη στάση. Στον δεύτερο γύρο (Αύγουστος), η Άγκυρα απαίτησε εκβιαστικά τη δημιουργία μιας ομόσπονδης τουρκικής ζώνης που θα κατείχε το 34% του νησιού. Όταν η ελληνική και η κυπριακή πλευρά ζήτησαν 36 ώρες διορία για να μελετήσουν το σχέδιο, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών αρνήθηκε. Στις 13 Αυγούστου 1964, οι συνομιλίες στη Γενεύη ναυάγησαν οριστικά. Ο Τουράν Γκιουνές τηλεφώνησε στον Τούρκο Πρωθυπουργό, Μπουλέντ Ετζεβίτ, και είπε τη διαβόητη συνθηματική φράση: «Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές» (η Αϊσέ ήταν η κόρη του Γκιουνές). Αυτό ήταν το πράσινο φως για την έναρξη του «Αττίλα ΙΙ». Τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974, οι Τούρκοι έσπασαν με σφοδρότητα την εκεχειρία, ξεκινώντας τη δεύτερη φάση της εισβολής και την τελική επίθεση κατά του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ.

Το βράδυ της 14ης Αυγούστου, ο Καραμανλής απευθύνθηκε με διάγγελμα στον ελληνικό λαό. Εξήγησε ότι η ένοπλη αντιπαράθεση με την Τουρκία στην Κύπρο ήταν αδύνατη λόγω της αποστάσεώς της από την Ελλάδα  και λόγω των ήδη τετελεσμένων γεγονότων του Αττίλα Ι (Η Κύπρος κείται μακράν): «Η ένοπλος αντιμετώπισις της κρίσεως καθίστατο αδύνατος και λόγω αποστάσεως και λόγω των γνωστών τετελεσμένων γεγονότων. Και δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθεί χωρίς τον κίνδυνον εξασθενήσεως της αμύνης αυτής ταύτης της Ελλάδος... Η κυβέρνησις, παρά την οδύνην της, ηναγκάσθη να προκρίνει την φωνήν της λογικής από την φωνήν του συναισθήματος.»

Το διάγγελμα λειτούργησε ως «ψυχρολουσία» για την κοινή γνώμη, προκειμένου να κατασταλεί το γενικό αίτημα για πόλεμο, το οποίο ο Καραμανλής θεωρούσε καταστροφικό.

Η μάχη του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ.

Το βράδυ της 13ης Αυγούστου 1974, λίγες ώρες πριν από το ναυάγιο των συνομιλιών στη Γενεύη και την έναρξη του «Αττίλα ΙΙ», το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο ζούσε μέσα σε μια εφιαλτική ηρεμία πριν από την καταιγίδα.

Η ηγεσία και οι στρατιώτες γνώριζαν ότι η εκεχειρία έπνεε τα λοίσθια και ότι οι Τούρκοι θα χτυπούσαν πρώτα το δικό τους στρατόπεδο.

Στο στρατόπεδο είχαν απομείνει μόλις 318 άνδρες υπό την ηγεσία του Αντισυνταγματάρχη Παναγιώτη Σταυρουλόπουλου (κυρίως έφεδροι στρατιώτες του 2ου Λόχου υπό τον Λοχαγό Ηλία Κωνσταντούλα, του 4ου Λόχου υπό τον Λοχαγό Λούη Ιωαννίδη, του Λόχου Διοικήσεως υπό τον Ταγματάρχη Σπυρίδωνα Δελλή, του Λόχου Βαρέων Όπλων υπό τον Λοχαγό Ξενοφώντα Κασιάνη, την ανεξάρτητη Διμοιρία Μηχανικού υπό τον Λοχαγό Σωτήριο Σταυριανάκο και ολιγομελής ομάδα υγειονομικού με πέντε νοσοκόμους υπό τον Λοχαγό Υγειονομικού – Ιατρός Χρήστο Λαμπρούση και τον Έφεδρο Ανθυπολοχαγό Υγειονομικού- Οδοντίατρο Δημήτριο Κώστα.) 

Η ψυχολογία των ανδρών είχε αλλάξει ριζικά σε σχέση με την 20ή Ιουλίου. Δεν υπήρχε πλέον αιφνιδιασμός. Οι στρατιώτες, έχοντας ζήσει την κόλαση της πρώτης φάσης, ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν μέχρι εσχάτων για να υπερασπιστούν το στρατόπεδό τους. Ο Σταυρουλόπουλος δεν είπε ψέματα στους στρατιώτες του. Τους ξεκαθάρισε ότι ήταν μόνοι τους και ότι δεν έπρεπε να περιμένουν βοήθεια από την Ελλάδα. Αυτό, αντί να τους λυγίσει, πείσμωσε τους ΕΛΔΥΚάριους, δημιουργώντας μια αδελφική ψυχολογία αυτοθυσίας («θα πέσουμε μαζί»).

Κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας, οι άνδρες δούλευαν μέρα-νύχτα. Είχαν σκάψει βαθιά χαρακώματα, είχαν δημιουργήσει πολυβολεία και είχαν τοποθετήσει συρματοπλέγματα περιμετρικά της βάσης. Ο Σταυρουλόπουλος γνώριζε ότι τα χτιστά κτίρια του στρατοπέδου θα γίνονταν εύκολος στόχος για την τουρκική αεροπορία. Διέταξε την άμεση εκκένωσή τους και απαγόρευσε στους στρατιώτες να βρίσκονται μέσα σε αυτά. Ανάγκασε τους άνδρες του να σκάβουν ασταμάτητα, δημιουργώντας ένα δίκτυο βαθιών, ατομικών και ομαδικών ορυγμάτων στην περίμετρο του στρατοπέδου. Αυτά τα χαρακώματα ήταν το μοναδικό πράγμα που προσέφερε κάλυψη από τις τουρκικές βόμβες των 1.000 λιβρών και τα βλήματα πυροβολικού. 

Ο Σταυρουλόπουλος τοποθέτησε τα ελάχιστα διαθέσιμα βαρέα όπλα (2 όλμους των 81 χιλιοστών και ορισμένα Πυροβόλα Άνευ Οπισθοδρομήσεως - ΠΑΟ) όχι μέσα στο στρατόπεδο, αλλά σε καίρια υψώματα γύρω από αυτό. Η δύναμη των 318 ανδρών που είχε απομείνει δεν επαρκούσε για να καλύψει την τεράστια περίμετρο. Ο Σταυρουλόπουλος πήρε τους μάγειρες, τους οδηγούς, τους γραφείς και τους μουσικούς του Λόχου Διοικήσεως, τους εξόπλισε με ατομικά τυφέκια και τους ενέταξε σε μάχιμες διμοιρίες στην πρώτη γραμμή. Χώρισε το στρατόπεδο σε ξεκάθαρους τομείς άμυνας (Ανατολικά ο 2ος Λόχος, Δυτικά ο 4ος Λόχος), διασφαλίζοντας ότι κάθε ομάδα ήξερε ακριβώς ποιο κομμάτι της περιμέτρου έπρεπε να κρατήσει πάση θυσία. Λόγω της έλλειψης πυρομαχικών, έδωσε αυστηρή διαταγή να μην ανοίγει κανείς πυρ από μακρινή απόσταση για να μην σπαταλώνται σφαίρες. Οι στρατιώτες έπρεπε να αφήνουν τον εχθρό να πλησιάσει στα 100-150 μέτρα πριν αρχίσουν να βάλλουν, διασφαλίζοντας έτσι τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα κάθε βολής.

Την ίδια ώρα, οι Τούρκοι είχαν εκμεταλλευτεί την εκεχειρία για να σφίξουν τη θηλιά γύρω από την ΕΛΔΥΚ. Το βράδυ της 13ης Αυγούστου, το στρατόπεδο ήταν ήδη κυκλωμένο από τρεις πλευρές (Ανατολικά, Βόρεια και Δυτικά) από τον τουρκικό στρατό και τους πάνοπλους ένοπλους του θύλακα του Κιόνελι.

Απέναντι στους 318 Έλληνες στρατιώτες, οι Τούρκοι είχαν παρατάξει ένα ολόκληρο Σύνταγμα Πεζικού (πάνω από 2.500 άνδρες), μια ίλη αρμάτων μάχης Μ-48 (περίπου 15-20 τανκς), τα οποία είχαν πάρει θέσεις μάχης στα γύρω υψώματα, σημαδεύοντας απευθείας τα ελληνικά χαρακώματα.

Ο Στρατοπεδάρχης Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος πέρασε τη νύχτα της 13ης Αυγούστου επιθεωρώντας ένα προς ένα τα χαρακώματα. Έδωσε σαφείς οδηγίες στους λοχαγούς και τους στρατιώτες: οικονομία πυρομαχικών, καθώς οι αποθήκες είχαν καταστραφεί και δεν υπήρχε ελπίδα για άμεσο ανεφοδιασμό.

Όταν τα μεσάνυχτα της 13ης προς 14η Αυγούστου οι συνομιλίες στη Γενεύη κατέρρευσαν επίσημα, οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ πήραν τις θέσεις τους στα όπλα. Λίγες ώρες αργότερα, στις 05:00 το πρωί της 14ης Αυγούστου, οι τουρκικές ερπύστριες πήραν μπροστά και το πυροβολικό άρχισε να σφυροκοπά το στρατόπεδο, ξεκινώντας την ιστορική τριήμερη μάχη.


Ημέρα πρώτη.

Η τουρκική επίθεση ξεκίνησε με έναν πρωτοφανή, καταιγιστικό βομβαρδισμό στις 5 το πρωί στις 14 Αυγούστου. Δεκάδες τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη και όλο το εχθρικό πυροβολικό από το Κιόνελι σφυροκοπούσαν ανηλεώς τις ελληνικές θέσεις. Οι 318 άνδρες του Παναγιώτη Σταυρουλόπουλου παρέμειναν καρφωμένοι μέσα στα χαρακώματα. Τα χαρακώματα άντεξαν, αλλά η σκόνη, οι καπνοί από τα ναπάλμ και ο εκκωφαντικός θόρυβος έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική.

Μόλις σταμάτησε ο βομβαρδισμός στις 9 το πρωί το τουρκικό πεζικό (περίπου δύο τάγματα) εξαπέλυσε την πρώτη του γενική επίθεση, κινούμενο κυρίως από τα βόρεια και ανατολικά.

Ο Σταυρουλόπουλος είχε δώσει ρητή διαταγή: «Μην πυροβολείτε άσκοπα. Αφήστε τους να πλησιάσουν».

Όταν οι Τούρκοι στρατιώτες έφτασαν σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων, τα ελληνικά πολυβόλα Browning 0.50 και τα τυφέκια FN FAL άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ. Ο αιφνιδιασμός των Τούρκων ήταν απόλυτος. Η πρώτη αυτή έφοδος αποκρούστηκε με βαριές απώλειες για τους επιτιθέμενους, οι οποίοι υποχώρησαν πανικόβλητοι αφήνοντας δεκάδες νεκρούς στο πεδίο.

Μετά την αποτυχία του πεζικού, οι Τούρκοι έριξαν στη μάχη τα άρματα μάχης Μ-48.Τα τανκς πλησίασαν το στρατόπεδο και άρχισαν να βάλλουν απευθείας κατά των ελληνικών πολυβολείων. Η ΕΛΔΥΚ διέθετε ελάχιστα αντιαρματικά. Ωστόσο, οι Έλληνες στρατιώτες, χρησιμοποιώντας μερικά ΠΑΟ (Πυροβόλα Άνευ Οπισθοδρομήσεως) και λίγα αντιαρματικά ρουκετοβόλα, κατάφεραν να καθηλώσουν τα άρματα, εμποδίζοντάς τα να σπάσουν την περίμετρο. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι χειριστές των πολυβόλων Browning 0.50 έβαλλαν με ειδικά τροχιοδεικτικά και διατρητικά βλήματα κατά των τουρκικών θωρακισμένων οχημάτων χτυπώντας τα στους τροχούς κίνησης και στις ερπύστριες τους, ώστε να τα αχρηστεύσουν. Ένα εύστοχο χτύπημα στην ερπύστρια κομμάτιαζε τους συνδέσμους της. Το τανκ, λόγω της ορμής του, «δίπλωνε» επιτόπου και ακινητοποιούνταν στο ανοιχτό πεδίο, μετατρέποντας το σε εύκολο στόχο ή εμπόδιο για τα επόμενα άρματα που ακολουθούσαν.

Το απόγευμα, οι Τούρκοι επιχείρησαν νέα συντονισμένη επίθεση πεζικού και αρμάτων. Ο 2ος Λόχος (υπό τον Λοχαγό Ηλία Κωνσταντούλα) και ο Λόχος Διοικήσεως αμύνθηκαν με απίστευτο πείσμα. Οι όλμοι της ΕΛΔΥΚ, παρά την έλλειψη πυρομαχικών, έβαλαν με εξαιρετική ακρίβεια. Μέχρι το βράδυ, όλες οι τουρκικές επιθέσεις είχαν αποκρουστεί πλήρως.

Η 14η Αυγούστου έκλεισε με μια τεράστια αμυντική επιτυχία για την ΕΛΔΥΚ. Οι 318 άνδρες είχαν κρατήσει ανέπαφο το στρατόπεδο απέναντι στην τουρκική επίθεση. Οι Τούρκοι είχαν εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι απώλειες της ΕΛΔΥΚ ήταν αναλογικά πολύ μικρές (περίπου 1-2 νεκροί και λίγοι τραυματίες).

Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα για τη συνέχεια ήταν ότι τα πυρομαχικά είχαν αρχίσει να σώζονται και καμία ενίσχυση δεν φαινόταν στον ορίζοντα.

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του ΕΛΔΥΚάριου Βασίλη Μπαχτσεβάνη που αναδεικνύει την αίσθηση της προδοσίας που ένιωθαν οι στρατιώτες: «Θυμάμαι την τηλεφωνική επικοινωνία σε ανοιχτή ακρόαση με την Αθήνα. Ο Διοικητής μας ζητούσε απεγνωσμένα αεροπορική υποστήριξη και πυρομαχικά. Η απάντηση από τους στρατηγούς της Αθήνας, ήταν κυνική: "Αντιμετωπίστε την κατάσταση εκ των ενόντων. Δεν μπορούμε να στείλουμε τίποτα". Μας άφησαν κυριολεκτικά μόνους μας, μια χούφτα παιδιά, να πολεμάμε με μια ολόκληρη στρατιά».



Ημέρα δεύτερη.

Η 15η Αυγούστου 1974 ήταν η δεύτερη ημέρα της επικής άμυνας της ΕΛΔΥΚ. Οι Τούρκοι, σοκαρισμένοι από τις βαριές απώλειες που υπέστησαν την προηγούμενη ημέρα, άλλαξαν τακτική, εστιάζοντας στην πλήρη περικύκλωση και την εξάντληση των πυρομαχικών των 318 Ελλήνων στρατιωτών.

Από τα ξημερώματα, το τουρκικό πυροβολικό και η αεροπορία ξεκίνησαν νέο σφοδρό σφυροκόπημα. Ο κύριος στόχος των Τούρκων δεν ήταν πλέον μόνο το στρατόπεδο, αλλά και οι γύρω οδικές αρτηρίες.

Απέκοψαν έτσι κάθε πιθανή δίοδο ανεφοδιασμού από τη Λευκωσία. Η ΕΛΔΥΚ έμεινε εντελώς απομονωμένη, χωρίς καμία ελπίδα να λάβει νέα πυρομαχικά, νερό ή υγειονομικό υλικό.

Οι Τούρκοι αντί να στείλουν ξανά το πεζικό τους σε κατά μέτωπο επιθέσεις, χρησιμοποίησαν μαζικά τα άρματα μάχης Μ-48.

Τα τανκς ακροβολίστηκαν σε μακρινά υψώματα, έξω από την εμβέλεια των λιγοστών ελληνικών αντιαρματικών.

Άρχισαν να εκτελούν βολές ευθυτενούς τροχιάς, σημαδεύοντας με ακρίβεια ένα προς ένα τα ελληνικά πολυβολεία και τα χαρακώματα.

Πολλά από τα βαριά πολυβόλα Browning 0.50 της ΕΛΔΥΚ καταστράφηκαν, ενώ αρκετά χαρακώματα θάφτηκαν από τους τόνους χωμάτων.

Το μεσημέρι, το τουρκικό πεζικό επιχείρησε νέα έφοδο, αυτή τη φορά με τη στενή κάλυψη των αρμάτων. Το κύριο βάρος δέχθηκε ο 2ος Λόχος (υπό τον Λοχαγό Ηλία Κωνσταντούλα). Οι Έλληνες στρατιώτες, παρά τη δίψα (το νερό είχε τελειώσει λόγω της καταστροφής των δικτύων) και την κόπωση, περίμεναν ξανά τον εχθρό στα 50 μέτρα. Με καταιγιστικά πυρά τυφεκίων FN FAL, οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ καθήλωσαν το τουρκικό πεζικό, αναγκάζοντας τα άρματα μάχης να οπισθοχωρήσουν για ακόμη μία φορά.

Μέχρι το βράδυ της 15ης Αυγούστου, η ΕΛΔΥΚ είχε καταφέρει να κρατήσει τις θέσεις της για δεύτερο εικοσιτετράωρο. Ωστόσο, η κατάσταση ήταν πλέον οριακή: Τα πυρομαχικά είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Οι στρατιώτες μετρούσαν τις σφαίρες τους μία προς μία. Οι κάννες των όπλων είχαν κυριολεκτικά λιώσει από τη συνεχή χρήση. Ο Στρατοπεδάρχης Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος συνειδητοποίησε ότι η επόμενη ημέρα θα ήταν η ημέρα της τελικής, άνισης αναμέτρησης.

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του Στρατιώτη Λουκά Βαρελτζή κληρωτού από τη Λέσβο, που αποτυπώνει το αίσθημα της εγκατάλειψης από τα κέντρα λήψης αποφάσεων: «Πολεμούσαμε χωρίς να ξέρουμε τι γίνεται παραέξω. Δεν είχαμε ασυρμάτους που να λειτουργούν, δεν ξέραμε αν η Εθνική Φρουρά υποχωρούσε ή αν κρατούσε τις θέσεις της. Ρωτούσαμε τους αξιωματικούς μας "Έρχονται τα δικά μας αεροπλάνα;" και εκείνοι απλώς μας κοίταζαν βουβοί. Καταλάβαμε ότι ήμασταν ολομόναχοι σε εκείνο το στρατόπεδο. Η μόνη μας έννοια πλέον ήταν ο διπλανός μας στο χαράκωμα. Δεν πολεμούσες για τη στρατηγική, πολεμούσες για να ζήσει ο φίλος σου που ήταν στην ίδια τρύπα με εσένα». 

Ο Στρατιώτης Αθανάσιος Χρυσάφης, ο οποίος μεταγενέστερα συνέγραψε ένα εκτενές βιβλίο-χρονικό για τους συμπολεμιστές του, περιγράφει την κόλαση που έζησαν αλλά και την αυταπάρνηση που έδειξαν οι ΕΛΔΥΚάριοι: «Τα τουρκικά αεροπλάνα δεν σταματούσαν ποτέ. Έριχναν συνεχώς βόμβες ναπάλμ. Η ναπάλμ δεν σε σκοτώνει απλώς αν σε πετύχει· ρουφάει όλο το οξυγόνο από την περιοχή. Ήμασταν μέσα στα χαρακώματα και νιώθαμε τα πνευμόνια μας να ξεραίνονται, να μην μπορούμε να ανασάνουμε. Το χώμα γύρω μας είχε γίνει μαύρο, τα δέντρα καίγονταν και η μυρωδιά της καμένης σάρκας και του μπαρουτιού είχε σκεπάσει τα πάντα. Παρά την κόλαση όμως, μόλις σταματούσαν τα αεροπλάνα και φαινόταν το τουρκικό πεζικό, όλοι πιάναμε ξανά τα όπλα μας».

Ο Βασίλης Μπαχτσεβάνης, σε μεταγενέστερη εξιστόρησή του, τονίζει το πείσμα των κληρωτών στρατιωτών: «Ήμασταν παιδιά 20 και 21 χρονών. Δεν ήμασταν επαγγελματίες κομάντος. Όμως, εκείνες τις τρεις μέρες, κανείς δεν δείλιασε. Όταν έβλεπες τον διπλανό σου να σκοτώνεται, αντί να φοβηθείς, σε έπιανε μια λύσσα, ένα πείσμα να κρατήσεις τη θέση σου. Όταν μπήκαν τα τανκς, παλεύαμε με τα χέρια, με τις ξιφολόγχες, με πέτρες. Η ΕΛΔΥΚ δεν παραδόθηκε. Η ΕΛΔΥΚ ξεκληρίστηκε πολεμώντας».



Ημέρα Τρίτη.

Η 16η Αυγούστου 1974 αποτελεί την πιο δραματική, αιματηρή και ένδοξη ημέρα της ιστορίας της ΕΛΔΥΚ. Ήταν η ημέρα της τελικής γενικής επίθεσης των Τούρκων, η οποία οδήγησε στην αναγκαστική ηρωική έξοδο των λιγοστών υπερασπιστών μέσα από μάχες σώμα με σώμα.

Με το πρώτο φως της ημέρας, η τουρκική διοίκηση εξαπέλυσε όλη τη διαθέσιμη ισχύ της για να τελειώσει με την αντίσταση της ΕΛΔΥΚ.

Περίπου 200-250 επιζώντες Έλληνες στρατιώτες (από τους 318 αρχικούς) βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα ολόκληρο σύνταγμα πεζικού και μια ίλη αρμάτων μάχης. Τα τουρκικά άρματα μάχης Μ-48, εκμεταλλευόμενα την παντελή έλλειψη ελληνικών αντιαρματικών βλημάτων, προχώρησαν σε μια κυκλωτική κίνηση. Κατάφεραν να εισχωρήσουν ανάμεσα στο 1ο Τάγμα (που βρισκόταν εκτός) και το στρατόπεδο, αποκόπτοντας πλήρως κάθε οδό διαφυγής. Οι στρατιώτες στα χαρακώματα είχαν πλέον ελάχιστες σφαίρες. Πολλοί κρατούσαν την τελευταία σφαίρα για τους εαυτούς τους, για να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια των Τούρκων.

Γύρω στις 11:00 το πρωί, τα τουρκικά τανκς έσπασαν την περίμετρο των συρματοπλεγμάτων και μπήκαν μέσα στον χώρο του στρατοπέδου. Τα άρματα περνούσαν κυριολεκτικά πάνω από τα χαρακώματα, θάβοντας ζωντανούς τους στρατιώτες που αρνούνταν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Οι Τούρκοι πεζικάριοι ακολουθούσαν τα άρματα, εκκαθαρίζοντας τις θέσεις. Η μάχη μετατράπηκε σε άγρια αναμέτρηση σώμα με σώμα, με τη χρήση λογχών, υποκοπάνων και χειροβομβίδων.

Οι ΕΛΔΥΚάριοι περίμεναν κρυμμένοι μέσα στις τρύπες μέχρι το τανκ να περάσει από πάνω τους. Μόλις το άρμα προσπερνούσε, έβγαιναν στην επιφάνεια και πετούσαν αμυντικές χειροβομβίδες ή εκρηκτικά (πυρπολικές γόμες) απευθείας ανάμεσα στους τροχούς και τις ερπύστριες. Παράλληλα, άλλοι στρατιώτες σκαρφάλωναν πάνω στα κινούμενα άρματα, κάλυπταν τα σκοπευτικά περισκόπια των Τούρκων αρματιστών με τις φανέλες τους ή με λάσπη, αναγκάζοντάς τους να κινούνται στα τυφλά, οδηγώντας τις ερπύστριες πάνω σε δικά τους ορύγματα ή αναχώματα όπου κόλλαγαν. Αλλά η μάχη ήταν άνιση.

Βλέποντας ότι η πλήρης εξόντωση ήταν θέμα λεπτών, το μεσημέρι ο Στρατοπεδάρχης Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος πήρε τη μεγάλη απόφαση: έδωσε διαταγή για συντεταγμένη απαγκίστρωση (έξοδο) προς τις ελληνικές γραμμές (προς τη σχολή Γρηγορίου και τον Άγιο Παύλο).



Ο ίδιος ο Σταυρουλόπουλος, ο άνθρωπος που πήρε πάνω του την ευθύνη της απαγκίστρωσης για να μην σφαγιαστούν όλοι οι άνδρες του, περιγράφει στο βιβλίο του τις κρίσιμες στιγμές: «Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Τα πυρομαχικά είχαν εξαντληθεί, τα άρματα των Τούρκων είχαν μπει μέσα στα χαρακώματα και η αεροπορία τους μας έκαιγε με ναπάλμ. Ήξερα ότι αν μέναμε άλλες δύο ώρες, δεν θα επιζούσε κανένας. Πήρα τη σφυρίχτρα. Έδωσα το σύνθημα της εξόδου. Ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου, γιατί ήξερα ότι στέλνω τα παιδιά μου να τρέξουν σε ένα ανοιχτό χωράφι θανάτου, αλλά ήταν η μόνη ελπίδα να σωθεί έστω και ένας».

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του στρατιώτη, Βασίλη Μπαχτσαβάνη: «Γύρω στη μία το μεσημέρι, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Τα πυρομαχικά μας είχαν τελειώσει, είχαμε μείνει με ελάχιστες σφαίρες. Τα τουρκικά τανκς είχαν σπάσει την εξωτερική περίφραξη και είχαν μπει πλέον μέσα στο στρατόπεδο, ισοπεδώνοντας τα πάντα. Τότε ακούστηκε η φωνή του Σταυρουλόπουλου: "Παιδιά, δεν υπάρχει άλλη άμυνα. Θα κάνουμε έξοδο! Όποιος ζήσει, να πει τι έγινε εδώ".»

Η έξοδος έγινε μέσα από ένα ανοιχτό πεδίο περίπου 600-800 μέτρων, κάτω από το καταιγιστικό πυρ των τουρκικών πολυβόλων και των αρμάτων. Οι στρατιώτες έπρεπε να περάσουν μέσα από θερισμένα χωράφια υπό καταιγισμό εχθρικών πυρών για να φτάσουν στις γραμμές της Εθνικής Φρουράς.

Για να μπορέσουν οι τραυματίες και το κύριο σώμα των στρατιωτών να διαφύγουν, ορισμένοι άνδρες έμειναν πίσω για να καλύψουν την υποχώρηση. Ανάμεσά τους ο Λοχαγός Σωτήριος Σταυριανάκος και ο Μόνιμος Λοχίας Κωνσταντίνος Κέντρας, οι οποίοι έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι, δίνοντας χρόνο στους συντρόφους τους να σωθούν. 

Ο Σταυριανάκος, βλέποντας ότι ένα τουρκικό άρμα μάχης Μ48-Α2 κατάφερε να διασπάσει την ελληνική γραμμή και κατευθυνόταν προς το όρυγμα όπου βρίσκονταν τραυματίες και στρατιώτες  αντιαρματικά βλήματα, βγήκε από το χαράκωμα και επιτέθηκε στο άρμα κρατώντας μόνο το υπηρεσιακό του πιστόλι. Άρχισε να πυροβολεί μανιωδώς προς τις θυρίδες του άρματος για να τυφλώσει τον οδηγό και να ανακόψει την πορεία του. Το άρμα τον χτύπησε με το πυροβόλο του και τον συνέθλιψε με τις ερπύστριες, με αποτέλεσμα να βρει ακαριαίο θάνατο. Η θυσία του έδωσε πολύτιμα λεπτά στους στρατιώτες του για να ξεκινήσουν την «Έξοδο» και να σωθούν.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του στρατιώτη Ιωάννη Δρίτσα που βρισκόταν δίπλα στον Σωτήρη Σταυριανάκο τη στιγμή που εκείνος επιτέθηκε στο τουρκικό άρμα: «Το άρμα είχε φτάσει πάνω από το χαράκωμά μας. Ο Λοχαγός Σταυριανάκος, βλέποντας ότι δεν είχαμε άλλα αντιαρματικά, πετάχτηκε όρθιος. Με το πιστόλι στο χέρι άρχισε να πυροβολεί μανιασμένα προς τη θυρίδα του οδηγού του τανκ, φωνάζοντάς μας να οπισθοχωρήσουμε. Ήθελε να το τυφλώσει για να κερδίσουμε χρόνο. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μια οβίδα από το πυροβόλο του άρματος τον πέτυχε σχεδόν εξ επαφής. Το σώμα του κομματιάστηκε, αλλά εκείνα τα δευτερόλεπτα μας έδωσαν την ευκαιρία να πηδήξουμε έξω και να τρέξουμε».

Ο Κωνσταντίνος Κέντρας αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του ή τους βαριά τραυματισμένους στρατιώτες του. Έμεινε πίσω για να προσφέρει πυρά υποστήριξης και κάλυψης στους συναδέλφους του που έτρεχαν στο ανοιχτό πεδίο για να σωθούν. Σύρθηκε μέσα στα αίματα και τα χώματα για να μαζέψει τα πυρομαχικά των νεκρών στρατιωτών του, συνεχίζοντας να βάλλει κατά των Τούρκων για να καλύψει την υποχώρηση των υπολοίπων. Καθώς τα τουρκικά άρματα μάχης ισοπέδωσαν τα χαρακώματα, η επαφή μαζί του χάθηκε οριστικά. Έκτοτε, ο Κωνσταντίνος Κέντρας θεωρείται επισήμως αγνοούμενος πολέμου.

Ο Διοικητής του 2ου Λόχου Πεζικού, Λοχαγός Ηλίας Κούρτης, έδωσε κι αυτός μάχη μέχρι το τέλος για να κρατήσει τη γραμμή του. Όταν ξεκίνησε η τελική τουρκική επίθεση, ο Κούρτης τραυματίστηκε βαριά στα πόδια από θραύσματα όλμου και ήταν αδύνατο να περπατήσει. Όταν οι στρατιώτες του προσπάθησαν να τον σηκώσουν για να τον πάρουν μαζί τους στην Έξοδο, εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Τους διέταξε να τον αφήσουν πίσω, να πάρουν τον οπλισμό του και να τρέξουν για να σωθούν. Έμεινε καθηλωμένος στο χαράκωμά του με ένα όπλο στο χέρι, καλύπτοντας την υποχώρηση των ανδρών του, μέχρι που το σημείο κατακλύστηκε από τον εχθρό.

Ο Έφεδρος Λοχίας Ματθαίος Μοναχός ήταν ένας από τους άνδρες που προσπάθησαν να σώσουν τον βαριά τραυματισμένο Διοικητή του 2ου Λόχου: «Ο Λοχαγός Κούρτης είχε φάει θραύσματα στα πόδια και αιμορραγούσε ακατάσχετα. Δύο παιδιά προσπάθησαν να τον σηκώσουν στις πλάτες τους για να τον πάρουν στην Έξοδο. Ο ίδιος, με απόλυτη ψυχραιμία, τους έσπρωξε μακριά. Μας κοίταξε και είπε αυστηρά: "Αυτό είναι διαταγή. Αφήστε με εδώ, πάρτε τα όπλα μου και φύγετε να σωθείτε. Εγώ τελείωσα". Έμεινε πίσω με ένα υποπολυβόλο, περιμένοντας τους Τούρκους που έμπαιναν στο χαράκωμα».

Ο ελληνοαρμενικής καταγωγής έφεδρος λοχίας του Μηχανικού, Παρσέχ (Παρασκευάς) Πιπεριά, έμεινε κι αυτός στην ιστορία για την ακλόνητη ανδρεία του. Κατά τη διάρκεια της σφοδρής επίθεσης, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή, αντιμετωπίζοντας το εχθρικό πεζικό. Μαρτυρίες συμπολεμιστών του αναφέρουν ότι καθώς έβλεπε τα κύματα των Τούρκων να πλησιάζουν, σηκώθηκε όρθιος μέσα στο χαράκωμα και φώναζε: «Ελάτε να δείτε πώς πολεμάει ο Αρμένης!». Έπεσε μαχόμενος στο σημείο, αρνούμενος να εγκαταλείψει τη θέση του.

Ο 21χρονος Γιώργος Ζερβομανώλης ήταν ένας από τους άνδρες που ανέλαβαν το πιο επικίνδυνο έργο κατά τη διάρκεια της εξόδου- την οπισθοφυλακή. Ενώ το στρατόπεδο κατέρρεε, ο Ζερβομανώλης και η ομάδα του έμειναν πίσω για να βάλλουν συνεχώς κατά των Τούρκων, ώστε να κερδίσουν χρόνο για τους περίπου 230 συναδέλφους τους που έτρεχαν στο ανοιχτό πεδίο. Έπεσε ηρωικά μαχόμενος στο χαράκωμά του. Τα οστά του ταυτοποιήθηκαν πολλά χρόνια αργότερα μέσω DNA, το 2017, ύστερα από 43 ολόκληρα χρόνια που το όνομά του βρισκόταν στη λίστα των αγνοουμένων.

Η έξοδος δεν έγινε άτακτα, αλλά σε διαδοχικά κύματα. Στο πρώτο κύμα αποχώρησαν οι τραυματίες που μπορούσαν να μετακινηθούν και το προσωπικό διοικητικής μέριμνας. Στο δεύτερο κύμα αποχώρησε ο κύριος όγκος του πεζικού. Κατά τη διάρκεια αυτών των λεπτών, η οπισθοφυλακή έβαλλε ακατάπαυστα με ό,τι όπλα διέθετε για να αναγκάσει το τουρκικό πεζικό να μείνει καθηλωμένο στα δικά του χαρακώματα και να μην μπορεί να σκοπεύσει τους υποχωρούντες. Η οπισθοφυλακή κράτησε τις θέσεις της μέχρι που εξαντλήθηκαν πλήρως τα πυρομαχικά ή μέχρι που τα τουρκικά άρματα μάχης Μ48 πέρασαν κυριολεκτικά πάνω από τα χαρακώματά τους.

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του Στρατιώτη Χρήστου Γρίβα που βρισκόταν κοντά στις θέσεις της οπισθοφυλακής: «Τα πολυβόλα των 0.50 ιντσών είχαν πάρει φωτιά. Οι κάννες είχαν στραβώσει από την υπερθέρμανση. Ο πολυβολητής φώναζε ότι τελειώνουν οι ταινίες με τις σφαίρες. Όταν πλέον έμειναν ελάχιστα φυσίγγια, ο επικεφαλής μας είπε: "Φύγετε εσείς, εγώ θα ρίξω τις τελευταίες μπαλωθιές για να νομίζουν ότι είμαστε ακόμα εδώ". Καθώς έτρεχα πίσω και κοίταξα για μια στιγμή, είδα το πολυβολείο να δέχεται απευθείας χτύπημα από βλήμα άρματος. Το πολυβόλο σώπασε για πάντα, αλλά εκείνος ο άνθρωπος μας χάρισε τη ζωή».

Οι Τούρκοι, έχοντας καταλάβει τα γύρω υψώματα, πολυβολούσαν ασταμάτητα τους υποχωρούντες. Παράλληλα, τουρκικά άρματα μάχης άρχισαν να καταδιώκουν τους στρατιώτες, περνώντας κυριολεκτικά πάνω από τα χαρακώματα. Λόγω της απόστασης, η υποχώρηση μετατράπηκε γρήγορα σε μάχη επιβίωσης σώμα με σώμα, με τους Έλληνες στρατιώτες να αμύνονται με τις ξιφολόγχες και όσα ελάχιστα φυσίγγια τους είχαν απομείνει.

Η μαρτυρία του έφεδρου ανθυπολοχαγού Ιωάννη Καλπαξή για την έξοδο είναι συγκλονιστική: «Βλέπαμε τους Τούρκους να έρχονται κατά κύματα. Η δίοδος προς τη Λευκωσία κινδύνευε να κλείσει οριστικά. Ο Λόχος Διοικήσεως και τα υπολείμματα των βαρέων όπλων έστησαν μια γραμμή άμυνας της τελευταίας στιγμής. Φώναζαν στους στρατιώτες "Φύγετε, εμείς είμαστε εδώ!". Αυτή η κάλυψη κράτησε μόνο μερικά λεπτά, αλλά ήταν τα λεπτά που χώρισαν τη ζωή μας από τον θάνατο».

Ο Στρατιώτης Ευάγγελος Κουτσογιάννης περιγράφει τα λεπτά αμέσως μετά το άκουσμα της σφυρίχτρας για την Έξοδο: «Όταν δόθηκε το σήμα, η γραμμή έσπασε. Δεν υπήρχε πλέον συντονισμός, μόνο το ένστικτο της επιβίωσης. Καθώς τρέχαμε, η σκόνη από τις οβίδες και τις ερπύστριες ήταν τόσο πυκνή που δεν έβλεπες στα δύο μέτρα. Έβλεπα σκιές φαντάρων να τρέχουν δίπλα μου. Ξαφνικά, μια σκιά χανόταν. Ένας όλμος είχε σκάσει ακριβώς πάνω τους. Πολλοί από εμάς χάσαμε τον προσανατολισμό μας. Αντί να πάμε νότια προς τον Άγιο Δομέτιο, κάποιοι εγκλωβίστηκαν στα δυτικά, όπου έπεσαν κατευθείαν πάνω στις τουρκικές περιπόλους.»

Και η μαρτυρία του πολεμιστή Κώστα Μαυροσκούφη: «Όταν δόθηκε η εντολή της εξόδου, επικράτησε χαμός, καπνός και θολώσαμε από τους βομβαρδισμούς. Χάσαμε για λίγο τον προσανατολισμό μας μέσα στα χαρακώματα. Οι αξιωματικοί μας όμως παρέμειναν στα πλάγια, όρθιοι, και έβαλλαν ασταμάτητα κατά των τουρκικών αρμάτων και του πεζικού για να μας καλύψουν. Ήταν μια πραγματική Έξοδος του Μεσολογγίου. Χρωστάμε τη ζωή μας σε εκείνους τους λίγους που έμειναν πίσω για να μείνουμε εμείς ζωντανοί.»

Τελικά περίπου 230 άνδρες κατάφεραν να διασχίσουν το «πεδίο του θανάτου» και να φτάσουν ζωντανοί στις γραμμές της Εθνικής Φρουράς.

Η μάχη έληξε το απόγευμα της 16ης Αυγούστου με το στρατόπεδο να περνά στα χέρια των Τούρκων. Η ΕΛΔΥΚ πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος: περισσότεροι από 80 άνδρες έχασαν τη ζωή τους ή δηλώθηκαν ως αγνοούμενοι μόνο κατά τη διάρκεια εκείνης της ημέρας. Πολλοί από τους αιχμαλώτους εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τον τουρκικό στρατό. Η αντίστασή τους εξαγρίωσε τις τουρκικές δυνάμεις. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τελικά τις τελευταίες θέσεις της ελληνικής οπισθοφυλακής, εκτέλεσαν σχεδόν όλους τους επιζώντες και τραυματίες επί τόπου. 



Το Τέλος χωρίς Τέλος.

Παρά την απώλεια του στρατοπέδου, η τριήμερη αυτή αντίσταση (14-16 Αυγούστου) θεωρείται στρατιωτικό θαύμα. Καθηλώνοντας μια ολόκληρη τουρκική μεραρχία για τρεις ημέρες, η ΕΛΔΥΚ απέτρεψε την κατάληψη ολόκληρης της Λευκωσίας και τη διχοτόμηση της πρωτεύουσας από τον δυτικό τομέα, σώζοντας χιλιάδες ζωές αμάχων.

Η επιστροφή και η αποστράτευση των ανδρών της ΕΛΔΥΚ (της 20ής και 21ης ΕΣΣΟ κυρίως) μετά το τέλος των εχθροπραξιών το φθινόπωρο του 1974 αποτέλεσε μια από τις πιο φορτισμένες, αλλά και άδικες πτυχές της ιστορίας. Οι στρατιώτες που κράτησαν τις γραμμές άμυνας στη Λευκωσία επέστρεψαν σε μια Ελλάδα που άλλαζε πολιτικά, αντιμετωπίζοντας την παγωμένη στάση της επίσημης πολιτείας. Η μεταφορά των ΕΛΔΥΚάριων πίσω στην Ελλάδα έγινε σταδιακά από τον Σεπτέμβριο του 1974 έως τους πρώτους μήνες του 1975. Χρησιμοποιήθηκαν κυρίως επιταγμένα επιβατηγά πλοία (όπως το ιστορικό «Σαπφώ») και μεταγωγικά αεροσκάφη. 

Με εντολή της τότε στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, η επιστροφή των ηρώων έγινε κάτω από άκρα μυστικότητα. Τα πλοία κατέπλεαν στο λιμάνι του Πειραιά ή σε στρατιωτικούς ναυστάθμους αργά τη νύχτα ή τα ξημερώματα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δεν επετράπη σε συγγενείς, φίλους ή πολίτες να συγκεντρωθούν για να τους υποδεχτούν ως ήρωες. Η δικαιολογία της κυβέρνησης ήταν η αποφυγή περαιτέρω έντασης με την Τουρκία και η διατήρηση των λεπτών διπλωματικών ισορροπιών.

Μόλις πατούσαν το πόδι τους στην Ελλάδα, οι στρατιώτες μεταφέρονταν σε κέντρα διέλευσης και στρατόπεδα (όπως στο Χαϊδάρι ή στον Άγιο Ανδρέα) για την ολοκλήρωση της αποστράτευσής τους. Πριν τους παραδοθεί το απολυτήριο στρατού, κάθε ΕΛΔΥΚάριος υποχρεωνόταν να υπογράψει ένα έγγραφο εμπιστευτικότητας. Με αυτό δεσμευόταν νομικά ότι δεν θα αποκάλυπτε σε κανέναν -ούτε καν στην οικογένειά του- τίποτα από όσα είδε, έζησε ή έπραξε στην Κύπρο. Στα επίσημα στρατιωτικά τους έγγραφα και στα απολυτήρια, η υπηρεσία τους στην Κύπρο κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτυπώθηκε συχνά με αόριστες διατυπώσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, η θητεία τους στην εμπόλεμη ζώνη καταγράφηκε απλώς ως «εκπαίδευση» ή υπηρεσία σε μονάδες της ελληνικής επαρχίας, προκειμένου να μην φαίνεται επίσημα η εμπλοκή της Ελλάδας. Οι πολεμιστές της ΕΛΔΥΚ επέστρεψαν στα σπίτια τους φέροντας βαριά ψυχικά τραύματα (μετατραυματικό στρες) και σωματικές αναπηρίες, χωρίς καμία ψυχολογική ή οικονομική στήριξη από το κράτος. Λόγω της επιλογής της τότε κυβέρνησης να αποστασιοποιηθεί από τα πεπραγμένα στην Κύπρο, οι στρατιώτες αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία. Για δεκαετίες, οι ΕΛΔΥΚάριοι ένιωθαν ότι η πατρίδα τους αντιμετώπιζε σαν «βάρος» ή σαν ένα κομμάτι της ιστορίας που έπρεπε να ξεχαστεί.

Η πιο τραγική σκηνή κατά την αποστράτευση και επιστροφή των τμημάτων ήταν οι δεκάδες μανάδες και σύζυγοι που περίμεναν έξω από τα στρατόπεδα, κρατώντας φωτογραφίες των δικών τους ανθρώπων, ψάχνοντας απεγνωσμένα έναν επιζώντα συμπολεμιστή για να τους πει αν ο δικός τους άνθρωπος έπεσε στη μάχη ή πιάστηκε αιχμάλωτος. Η επίσημη ηθική και υλική αποκατάσταση των βετεράνων της ΕΛΔΥΚ, καθώς και η αναγνώριση της θητείας τους ως «πολεμικής», καθυστέρησε τραγικά, παίρνοντας σάρκα και οστά μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000.


Η τραγωδία της ΕΛΔΥΚ μάς υπενθυμίζει ότι η ανδρεία των στρατιωτών στο πεδίο της μάχης δεν μπορεί ποτέ να αναπληρώσει την απουσία πολιτικής προετοιμασίας και τη διπλωματική απομόνωση. Η μάχη της ΕΛΔΥΚ δεν κρίθηκε στους αριθμούς, αλλά στο μέγεθος της ψυχής εκείνων που επέλεξαν να μείνουν όταν όλοι οι άλλοι υποχωρούσαν, μετατρέποντας ένα χαμένο στρατόπεδο σε αιώνιο σύμβολο καθήκοντος. Η ΕΛΔΥΚ του 1974 δεν ηττήθηκε· απλά πέρασε στην αθανασία. Γιατί «η ελευθερία ποτέ δεν κείται μακράν»· μακραίνει μόνο όταν οι άνθρωποι παραιτούνται από αυτήν.






Δεν υπάρχουν σχόλια: