Η ζαργάνα δεν ανήκει σε μία τάξη πραγμάτων. Είναι μια λέξη που αρνείται να μείνει ακίνητη. Στο νερό σαν ψάρι είναι μια λεπτή σκιά που σκίζει την επιφάνεια σαν να μην την αγγίζει, σαν το ίδιο το νερό να την αναγνωρίζει και να ανοίγει δρόμο.
Και όταν το βλέμμα τη μεταφέρει στο λιμάνι, δεν αλλάζει φύση· αλλάζει πυκνότητα. Γίνεται βάρκα. Ξύλο που έχει ξεμάθει να είναι ξύλο, και θυμάται το ρεύμα μέσα από την ακινησία του. Δεμένη, αλλά όχι υποταγμένη· μια αναμονή που ακόμη αναπνέει κίνηση.
Από εκεί περνά στον λόγο των ανθρώπων χωρίς ρήξη, σαν να ήταν πάντα ήδη εκεί. Λένε για μια γυναίκα πως έχει «την χάρη της ζαργάνας» όχι ως περιγραφή, αλλά ως αναγνώριση ενός τρόπου να υπάρχει κανείς μέσα στον κόσμο χωρίς να τον τραυματίζει. Μια παρουσία που δεν ζητά χώρο -τον μετατοπίζει.
Έτσι η ζαργάνα δεν είναι τρία διαφορετικά πράγματα. Είναι μια μοναδική μορφή που αλλάζει επιφάνειες μέσα στη γλώσσα: νερό που γίνεται ξύλο, και ξύλο που γίνεται βλέμμα.
Και πάντα μένει το ίδιο μυστικό: πως ό,τι κινείται με χάρη δεν μετακινείται ποτέ πραγματικά· απλώς επιμένει στο ίδιο ρεύμα, σε άλλες μορφές ύλης και άλλες επιφάνειες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου