Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι ένα μουσικό είδος· είναι μια κοινωνική μνήμη που τραγουδιέται.
Γεννιέται εκεί όπου η πόλη αρχίζει να πυκνώνει, όπου οι άνθρωποι δεν προλαβαίνουν πια να πουν τις ιστορίες τους ολόκληρες και τις αφήνουν να περάσουν μέσα από τρεις συγχορδίες και μια φωνή που σπάει. Από το ρεμπέτικο κρατά τη σκιά του υπόγειου κόσμου και από το δημοτικό τη ρίζα της συλλογικής αφήγησης. Ανάμεσα στα δύο, το λαϊκό τραγούδι γίνεται γέφυρα: όχι προς το “υψηλό”, αλλά προς το κοινό.
Οι στίχοι του δεν φοβούνται την απλότητα. Αντίθετα, την επιδιώκουν σαν ηθική στάση. Ο έρωτας δεν είναι ιδέα αλλά γεγονός· η απώλεια δεν είναι σύμβολο αλλά τραπέζι άδειο στο τέλος της νύχτας. Η γλώσσα του δεν εξηγεί- δηλώνει. Κι αυτή η δήλωση, όσο πιο λιτή, τόσο πιο αμείλικτη.
Μουσικά, το μπουζούκι λειτουργεί σαν δεύτερη φωνή της εμπειρίας. Δεν συνοδεύει απλώς τον τραγουδιστή· τον σχολιάζει. Σαν μια σκιά που ξέρει περισσότερα από το σώμα που τη ρίχνει. Γι’ αυτό και πολλές φορές το λαϊκό τραγούδι μοιάζει να λέει δύο πράγματα ταυτόχρονα: αυτό που ακούγεται και αυτό που υπονοείται.
Υπάρχει όμως και μια παράδοξη αξιοπρέπεια μέσα του. Δεν εξιδανικεύει τη ζωή, ούτε την απορρίπτει. Τη δέχεται όπως είναι: φθαρτή, επαναλαμβανόμενη, γεμάτη μικρές ήττες και ξαφνικές χαρές. Και ακριβώς εκεί, μέσα σε αυτή την αποδοχή, αποκτά τη δύναμή του.
Ίσως τελικά το λαϊκό τραγούδι να είναι ένας τρόπος να θυμόμαστε χωρίς να εξηγούμε. Να ξαναλέμε τα ίδια πράγματα -τον έρωτα, τον χωρισμό, τη νύχτα, το κρασί -μέχρι να πάψουν να είναι θέματα και να γίνουν εμπειρία κοινή. Και σε αυτή την επανάληψη, κάτι σαν αλήθεια επιμένει, όχι γιατί είναι βαθιά, αλλά γιατί είναι ανθρώπινη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου