Το καλοκαίρι του 1969 είχε μια ζέστη που δεν έμοιαζε μόνο με καιρό, αλλά με προμήνυμα. Οι δρόμοι άχνιζαν, τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά ως αργά και τα τρανζίστορ έπαιζαν ειδήσεις, τραγούδια και υποσχέσεις για έναν κόσμο που έμοιαζε έτοιμος να αλλάξει.
Ήταν η εποχή που οι άνθρωποι κοιτούσαν τον ουρανό και ταυτόχρονα τις εφημερίδες. Άλλοι διάβαζαν για την πρώτη προσσελήνωση, άλλοι για πολέμους, άλλοι για μικρές προσωπικές νίκες που χωρούσαν σε μια μονόστηλη είδηση. Κάθε πρωτοσέλιδο έμοιαζε να λέει πως κάτι μεγάλο ξεκινούσε, πως η ιστορία είχε ανοίξει μια καινούρια πόρτα.
Κι όμως, κάτω από τον ίδιο ήλιο, οι μέρες κυλούσαν όπως πάντα: με ανυπομονησία, με φόβο, με νεανική αλαζονεία και με την κρυφή βεβαιότητα ότι το αύριο θα είναι διαφορετικό. Το καλοκαίρι του '69 δεν ήταν μόνο μια χρονολογία. Ήταν η στιγμή που η ελπίδα φόρεσε κοντομάνικο και βγήκε στον δρόμο, πιστεύοντας πως ο κόσμος μπορούσε ακόμη να ξαναγραφτεί.
Ίσως γι' αυτό επιστρέφουμε σε εκείνο το καλοκαίρι. Όχι για να το εξιδανικεύσουμε, αλλά για να θυμηθούμε πως μερικές εποχές μένουν ζωντανές επειδή κουβαλούν μαζί τους την αθωότητα της προσδοκίας. Και πως, όσο κι αν αλλάζουν οι καιροί, πάντα θα υπάρχει ένα καλοκαίρι που θα μας θυμίζει τι σημαίνει να περιμένεις κάτι καλύτερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου