Η Ανατομία ενός Αριστουργήματος: Γιατί το «Pulp Fiction» Άλλαξε το Σινεμά για Πάντα.
Ήταν Μάιος του 1994 όταν ένας πρώην υπάλληλος βιντεοκλάμπ από την Καλιφόρνια, ο Κουέντιν Ταραντίνο, παρουσίασε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του στο Φεστιβάλ των Καννών. Το Pulp Fiction όχι μόνο απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα, αλλά λειτούργησε ως ένας πολιτισμικός σεισμός. Με προϋπολογισμό μόλις 8,5 εκατομμυρίων δολαρίων, η ταινία απέφερε πάνω από 210 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως και επαναπροσδιόρισε τους κανόνες της κινηματογραφικής αφήγησης. Η φράση "Pulp Fiction" μεταφράζεται στα ελληνικά κυρίως ως «Λαϊκή Λογοτεχνία», «Παραλογοτεχνία» ή «Φτηνό Μυθιστόρημα». Στην Ελλάδα, η πασίγνωστη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους κρατώντας τον αυθεντικό της αγγλικό τίτλο
Σήμερα, περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά, παραμένει το απόλυτο σημείο αναφοράς του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Οι βασικοί πυλώνες που καθιστούν αυτή την ταινία μια αξεπέραστη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν ακόμη και από έναν απλό θεατή χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις για την 7η τέχνη.
1. Η Μη-Γραμμική Δομή: Ένα Παζλ για τον Θεατή.
Ο Ταραντίνο, μαζί με τον συν-σεναριογράφο του Ρότζερ Άβαρι, έσπασε τον πιο θεμελιώδη κανόνα του κλασικού Χόλιγουντ: τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Η ταινία χωρίζεται σε επτά σεκάνς που σχηματίζουν τρεις κύριες, διασυνδεδεμένες ιστορίες:
- «Vincent Vega and Marsellus Wallace's Wife» (Ο Βίνσεντ Βέγκα και η Σύζυγος του Μαρσέλους Γουάλας): Η ιστορία όπου ο Vincent βγάζει έξω τη Mia Wallace και καταλήγει στην παρ' ολίγον μοιραία υπερβολική δόση.
- «The Golden Watch» (Το Χρυσό Ρολόι): Η ιστορία του μποξέρ Butch (Μπρους Γουίλις), ο οποίος αρνείται να στήσει τον αγώνα και επιστρέφει στο διαμέρισμά του για να πάρει το οικογενειακό κειμήλιο.
- «The Bonnie Situation» (Η Κατάσταση με την Μπόνι): Η ιστορία που πάει τον χρόνο πίσω, όπου ο Vincent και ο Jules καθαρίζουν το αυτοκίνητο από τα αίματα στο σπίτι του Jimmie (Κουέντιν Ταραντίνο) με τη βοήθεια του Winston Wolfe.
Οι χαρακτήρες που πεθαίνουν σε μια σκηνή εμφανίζονται ζωντανοί αργότερα. Η ταινία ξεκινά και τελειώνει στο ίδιο κλασικό αμερικάνικο εστιατόριο, το φανταστικό Hawthorne Grill, δημιουργώντας έναν κυκλικό αφηγηματικό χρόνο. Αυτή η δομή δεν ήταν απλώς ένα τέχνασμα· ανάγκασε το κοινό να συμμετέχει ενεργά στην αποκωδικοποίηση της πλοκής, μετατρέποντας την παρακολούθηση σε μια διαδραστική εμπειρία.
2. Οι «Μπανάλ» Διάλογοι και ο Εκδημοκρατισμός του Εγκλήματος.
Μέχρι το 1994, οι γκάνγκστερ του σινεμά (από τον Σημαδεμένο μέχρι τον Νονό) μιλούσαν με στόμφο, κυρίως για επιχειρήσεις, προδοσίες και εξουσία. Ο Ταραντίνο έκανε κάτι επαναστατικό: απομυθοποίησε τους δολοφόνους, βάζοντάς τους να κάνουν καθημερινές, σχεδόν ασήμαντες συζητήσεις. Η εμβληματική εισαγωγή με τον Vincent (John Travolta) και τον Jules (Samuel L. Jackson) δεν ξεκινά με το σχέδιο μιας εκτέλεσης, αλλά με μια ανάλυση για το πώς ονομάζεται το Quarter Pounder στο Παρίσι («Royale with Cheese») λόγω του μετρικού συστήματος. Αυτοί οι διάλογοι, γεμάτοι από αναφορές στην ποπ κουλτούρα και την τηλεόραση, έκαναν τους χαρακτήρες τρομακτικά ανθρώπινους, οικείους και, τελικά, ακαταμάχητα cool.
3. Ένα Soundtrack που Λειτούργησε ως Αφηγητής.
Το Pulp Fiction δεν διαθέτει ορχηστρική μουσική (score) γραμμένη ειδικά για την ταινία. Αντίθετα, ο Ταραντίνο χρησιμοποίησε το δικό του, προσωπικό αρχείο βινυλίων. Επιλέγοντας ξεχασμένα κομμάτια surf rock, soul, country και pop από τα '60s και '70s, δημιούργησε μια μοναδική ακουστική ταυτότητα.
Κομμάτια όπως το εκρηκτικό «Misirlou» του Dick Dale (μια διασκευή του γνωστού ελληνικού ρεμπέτικου) στους τίτλους αρχής, ή το «You Never Can Tell» του Chuck Berry στη διάσημη σκηνή του χορού twist στο Jack Rabbit Slim's, ταυτίστηκαν απόλυτα με τις εικόνες. Το soundtrack έγινε παγκόσμιο best-seller, αποδεικνύοντας ότι η μουσική επιμέλεια μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με τη σκηνοθεσία.
4. Το Ρίσκο του Casting και η Αναγέννηση του Τραβόλτα.
Το casting της ταινίας αποτελεί μάθημα για το πώς οι σωστοί ηθοποιοί μπορούν να απογειώσουν ένα σενάριο:
Τζον Τραβόλτα: Στις αρχές των '90s η καριέρα του θεωρούνταν τελειωμένη. Ο Ταραντίνο επέμεινε να του δώσει τον ρόλο του Vincent Vega, παρά τις αντιρρήσεις των παραγωγών. Το αποτέλεσμα; Μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου και μια ολική επαναφορά στο προσκήνιο.
Σάμιουελ Λ. Τζάκσον: Η ερμηνεία του ως Jules Winnfield, ειδικά η απαγγελία του (παραλλαγμένου) εδαφίου Ιεζεκιήλ 25:17, έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους πιο έντονους μονολόγους του παγκόσμιου σινεμά.
Ούμα Θέρμαν: Η Mia Wallace έγινε αμέσως fashion icon, με το χαρακτηριστικό καρέ μαλλί και το λευκό πουκάμισο να κοσμούν τις αφίσες της ταινίας σε εκατομμύρια φοιτητικά δωμάτια.
Μπρους Γουίλις: Ο Γουίλις ήταν ήδη ένας από τους μεγαλύτερους και πιο ακριβοπληρωμένους σταρ του Χόλιγουντ χάρη στο Die Hard (Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει). Η απόφασή του να δεχτεί έναν ρόλο στο Pulp Fiction, μειώνοντας δραματικά την αμοιβή του (πήρε βασικό μισθό με ποσοστά από τα κέρδη), ήταν μια από τις πιο έξυπνες κινήσεις της καριέρας του. Ως Butch Coolidge, ένας παρακμασμένος μποξέρ που αρνείται να στήσει έναν αγώνα και αναγκάζεται να δραπετεύσει, ο Γουίλις έφερε στην ταινία τη γνώριμη, στιβαρή «tough guy» ενέργειά του. Η ιστορία του με το οικογενειακό κειμήλιο -το χρυσό ρολόι του πατέρα του- οδηγεί σε μερικές από τις πιο βίαιες, σοκαριστικές αλλά και αξιομνημόνευτες σκηνές της ταινίας (όπως η συνάντηση στο υπόγειο του ενεχυροδανειστηρίου).
Στοιχεία που ίσως δεν αναγνωρίζει κανείς.
Το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα: Μέχρι σήμερα, κανείς δεν ξέρει τι υπήρχε μέσα στον περίφημο χαρτοφύλακα με τον κωδικό "666". Η πιο δημοφιλής θεωρία των θαυμαστών λέει ότι περιείχε την ψυχή του Marsellus Wallace, αν και ο Ταραντίνο έχει δηλώσει ότι πρόκειται απλά για ένα "MacGuffin" (ένα εύρημα της πλοκής χωρίς πραγματική σημασία).
Η λέξη από "F": Η λέξη "fuck" ακούγεται συνολικά 265 φορές κατά τη διάρκεια της ταινίας.
Το αυτοκίνητο του Vincent: Η κόκκινη Chevrolet Chevelle Malibu του 1964 που οδηγούσε ο Vincent Vega ανήκε στην πραγματικότητα στον Κουέντιν Ταραντίνο και κλάπηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Βρέθηκε τυχαία σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, το 2013!
Η φθηνή παραγωγή: Λόγω του χαμηλού budget, η σκηνή με το Jack Rabbit Slim's (το μέρος όπου ο Vincent Vega βγάζει ραντεβού τη Mia Wallace και λαμβάνει χώρα η εμβληματική σκηνή του χορού twist) κατασκευάστηκε σε ένα άδειο υπόστεγο αεροσκαφών στο Culver City της Καλιφόρνια και κόστισε το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των σκηνικών.
Το βιβλίο στην τουαλέτα: Κάθε φορά που ο Vincent Vega πηγαίνει στην τουαλέτα, συμβαίνει κάτι κακό (η υπερβολική δόση της Mia, η ληστεία στο Hawthorne Grill, η συνάντηση με τον Butch). Εκεί διαβάζει πάντα το ίδιο κατασκοπικό μυθιστόρημα, το "Modesty Blaise".
Η Κληρονομιά της Ταινίας.
Το Pulp Fiction κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου και άνοιξε τον δρόμο για μια ολόκληρη γενιά δημιουργών που προσπάθησαν να αντιγράψουν το στυλ του (μεταξύ των οποίων ο Guy Ritchie με το "Δύο Καπνισμένες Κάννες"). Κατάφερε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο underground σινεμά και το mainstream block-buster, αποδεικνύοντας ότι το κοινό διψούσε για έξυπνες, ανατρεπτικές και στυλιζαρισμένες ιστορίες. Παραμένει μια ταινία που δεν γερνάει ποτέ, επειδή η ενέργεια, το χιούμορ και η σκηνοθετική της αρτιότητα είναι διαχρονικά.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου