Υπάρχουν ταινίες που τις θυμόμαστε για την πλοκή τους και άλλες που τις αναγνωρίζουμε από τις πρώτες κιόλας νότες της μουσικής τους. Το Pulp Fiction ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πριν ακόμη εμφανιστούν οι ήρωες, πριν ειπωθεί η πρώτη ατάκα, ακούγεται η «Μισιρλού» και ο θεατής μεταφέρεται αμέσως στον ιδιαίτερο κόσμο του Κουέντιν Ταραντίνο.
Η «Μισιρλού» είναι ένα μουσικό παράδοξο. Γεννημένη στην ανατολική Μεσόγειο, με ελληνικές, μικρασιατικές και ευρύτερες ανατολίτικες ρίζες, ταξίδεψε από τα καφέ-αμάν και τις λαϊκές ορχήστρες μέχρι τις ακτές της Καλιφόρνιας. Εκεί, ο κιθαρίστας Dick Dale τη μετέτρεψε σε έναν καταιγισμό ηλεκτρικής κιθάρας, δημιουργώντας μία από τις πιο χαρακτηριστικές συνθέσεις του surf rock. Όταν ο Ταραντίνο την επέλεξε για τους τίτλους αρχής του Pulp Fiction, δεν έντυσε απλώς μια ταινία με μουσική· χάρισε σε μια παλιά μελωδία μια δεύτερη ζωή, κάνοντάς τη γνωστή σε εκατομμύρια ανθρώπους.
Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία.
Η «Μισιρλού» δεν ζητά την προσοχή του ακροατή· την αρπάζει. Έχει την ένταση της καταδίωξης, την αγωνία ενός θρίλερ και την εξωτική γοητεία μιας μουσικής που κουβαλά μνήμες από πολιτισμούς που συναντήθηκαν και αναμείχθηκαν. Είναι μια υπενθύμιση ότι η τέχνη δεν γνωρίζει σύνορα. Μια μελωδία που γεννήθηκε στη Μεσόγειο μπορεί να γίνει το σύμβολο μιας αμερικανικής κινηματογραφικής δημιουργίας.
Όμως το μεγαλείο του Pulp Fiction δεν βρίσκεται μόνο στη «Μισιρλού». Ολόκληρο το soundtrack λειτουργεί σαν ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Το «You Never Can Tell» του Chuck Berry χαρίζει αθανασία στον αξέχαστο χορό του Βίνσεντ Βέγκα και της Μία Γουάλας, μετατρέποντας μια απλή σκηνή σε κινηματογραφικό μύθο. Το «Girl, You'll Be a Woman Soon» από τους Urge Overkill συνοδεύει μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της ταινίας, ενώ το «Son of a Preacher Man» της Dusty Springfield προσθέτει αισθησιασμό και λεπτή ειρωνεία. Τραγούδια όπως το «Jungle Boogie» και το «Let's Stay Together» συμπληρώνουν το μουσικό μωσαϊκό, αποδεικνύοντας ότι ο Ταραντίνο δεν χρησιμοποιεί τη μουσική ως υπόκρουση, αλλά ως αφηγηματικό εργαλείο.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας είναι ότι ανέστησε τραγούδια που ανήκαν ήδη στο παρελθόν. Δεν τα παρουσίασε ως νοσταλγικά κειμήλια, αλλά ως ζωντανά έργα τέχνης, ικανά να συγκινήσουν μια νέα γενιά. Κάθε μουσικό θέμα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας, τόσο ώστε σήμερα είναι δύσκολο να ακούσει κανείς τη «Μισιρλού» χωρίς να φανταστεί τους τίτλους αρχής της ταινίας.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη της μουσικής στον κινηματογράφο. Μπορεί να πάρει μια παλιά μελωδία, να την αποσπάσει από τον χρόνο και να της χαρίσει μια νέα μοίρα. Η «Μισιρλού» δεν είναι πλέον μόνο ένα τραγούδι της Ανατολής ούτε μόνο ένα κομμάτι surf rock. Είναι η απόδειξη ότι οι μεγάλες μελωδίες δεν γερνούν· αλλάζουν πατρίδα, αλλάζουν εποχή, αλλάζουν ακροατές και συνεχίζουν να αφηγούνται ιστορίες. Και ίσως γι' αυτό, όταν ακουστούν οι πρώτες καταιγιστικές νότες της, δεν θυμόμαστε μόνο μια ταινία· θυμόμαστε ότι η μουσική έχει την παράξενη δύναμη να ενώνει κόσμους που φαινομενικά δεν είχαν ποτέ συναντηθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου