Το κόκκινο των κερασιών είναι ένα χρώμα που δεν μένει ποτέ ακίνητο· αλλάζει νόημα κάθε φορά που το κοιτάς, σαν να το ξαναγράφει το βλέμμα.
Στο πρώτο του άγγιγμα είναι έρωτας. Όχι ο ήρεμος, αλλά εκείνος που βιάζεται να υπάρξει πριν προλάβει να εξηγηθεί. Το κεράσι πάνω στο χείλος μοιάζει με υπόσχεση που δεν χρειάζεται λέξεις. Ένα κόκκινο που δεν ζητάει να γίνει κατανοητό, μόνο να δοκιμαστεί.
Ύστερα γίνεται πάθος. Πιο σκοτεινό, πιο βαρύ. Το ίδιο κόκκινο που γλυκαίνει, ξαφνικά πυκνώνει· δεν είναι πια φρούτο, είναι θερμοκρασία. Σαν κάτι μέσα μας που ανεβαίνει χωρίς άδεια, σαν επιθυμία που δεν ξέρει πού να σταματήσει.
Κι έπειτα, χωρίς να αλλάξει χρώμα, γίνεται αίμα. Το πιο αρχαίο του νόημα. Εκεί όπου η γεύση παύει να είναι απόλαυση και γίνεται μνήμη σώματος. Το κόκκινο τότε δεν ανήκει στη φύση, αλλά στην ιστορία: σε πληγές, σε απώλειες, σε όλα όσα άνοιξαν για να ειπωθεί η ζωή.
Και τέλος, σχεδόν ανεπαίσθητα, γίνεται εξέγερση. Όχι ως κραυγή, αλλά ως επιμονή. Το ίδιο κόκκινο που ωρίμασε στον ήλιο τώρα στέκεται απέναντι στη σιωπή του κόσμου. Σαν κεράσι που δεν δέχεται να πέσει άδικα, σαν χρώμα που αρνείται να είναι μόνο όμορφο.
Έτσι το κόκκινο των κερασιών δεν είναι ένα. Είναι τέσσερα σώματα στο ίδιο φως: έρωτας που ξεκινά, πάθος που καίει, αίμα που θυμάται, εξέγερση που επιμένει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου