Υπάρχει μια στιγμή στην παρατήρηση του τοπίου όπου παύεις να είσαι παρατηρητής. Δεν στέκεσαι πια απέναντι από τη θέα, αλλά μέσα της- σαν να σε απορροφά η ίδια η απόσταση που σε χώριζε από αυτήν.
Η όμορφη θέα δεν επιβάλλεται. Δεν ζητά προσοχή με θόρυβο. Αντίθετα, λειτουργεί με μια ήσυχη διάλυση των ορίων. Το βλέμμα, που συνήθως οργανώνει τον κόσμο σε αντικείμενα, αρχίζει να χάνει τη σαφήνεια του διαχωρισμού. Το εδώ και το εκεί παύουν να είναι αντίθετα. Και τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο: δεν κοιτάς πλέον τον ορίζοντα -γίνεσαι ορίζοντας.
Ο ορίζοντας δεν είναι πράγμα, αλλά σχέση. Δεν ανήκει ούτε στη γη ούτε στον ουρανό, αλλά στην ένταση ανάμεσα τους. Όταν λοιπόν η θέα είναι αρκετά όμορφη, σε αφαιρεί από τη θέση σου ως σημείο παρατήρησης και σε μετατρέπει σε αυτή την ίδια την ένταση. Δεν βλέπεις πια από κάπου· απλώς υπάρχεις ως το όριο του βλέμματος.
Αυτό δεν είναι απώλεια ταυτότητας με δραματικό τρόπο. Είναι μια ήσυχη αποδόμηση του «εγώ» ως κέντρου. Για λίγο, παύεις να είσαι εκείνος που κοιτάζει και γίνεσαι αυτό που απλώνεται μπροστά. Η απόσταση δεν εξαφανίζεται· σε ενσωματώνει.
Ίσως γι’ αυτό οι μεγάλες θέες συχνά συνοδεύονται από σιωπή. Όχι επειδή δεν υπάρχουν λέξεις, αλλά επειδή οι λέξεις απαιτούν διαχωρισμό. Και εδώ ο διαχωρισμός έχει ήδη αρχίσει να λιώνει.
Και όταν τελικά απομακρύνεσαι, κάτι παραμένει. Όχι η εικόνα, αλλά η αίσθηση ότι για λίγο δεν ήσουν έξω από τον κόσμο, αλλά το πιο λεπτό του όριο. Αυτό που συνήθως ονομάζουμε «ορίζοντα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου