Δεν τη γνώριζε κανείς όπως γνώριζαν τα πουλιά τον άνεμο ή τα ψάρια το βάθος. Μόνο η λιμνοθάλασσα την αναγνώριζε, και αυτό όχι με λέξεις, αλλά με μικρές μετατοπίσεις του νερού, σαν να άλλαζε αναπνοή.
Την έλεγαν νύμφη, όχι γιατί την είχαν δει καθαρά, αλλά γιατί δεν μπορούσαν να την ονομάσουν αλλιώς. Εμφανιζόταν εκεί όπου το γλυκό νερό συναντούσε το αλμυρό, εκεί όπου τα καλάμια έγερναν σαν να άκουγαν μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Οι ψαράδες μιλούσαν για εκείνη χαμηλόφωνα, σαν να φοβούνταν πως η φωνή θα διαταράξει τη λεπτή ισορροπία του τόπου. Έλεγαν πως, όταν περνούσε μια γαΐτα αργά μέσα από τα ρηχά νερά, το σκαρί της δεν άφηνε ίχνος- μόνο μια καθυστέρηση στο φως.
Οι γαΐτες ήταν οι μόνες που την πλησίαζαν χωρίς φόβο. Όχι γιατί ήταν θαρραλέες, αλλά γιατί δεν είχαν φαντασία για το υπερφυσικό. Γι’ αυτές, η νύμφη δεν ήταν θαύμα· ήταν μέρος του νερού, όπως το ρεύμα ή η ησυχία.
Κάποιοι έλεγαν πως τη νύχτα ανέβαινε πάνω στις βάρκες και άγγιζε τα σκοινιά, σαν να έλεγχε αν ο κόσμος ήταν ακόμη δεμένος στην πραγματικότητα. Άλλοι ορκίζονταν πως την είχαν δει να στέκεται ακίνητη μέσα στα καλάμια, με τα μαλλιά της να μπερδεύονται με τις ρίζες του νερού.
Αλλά η λιμνοθάλασσα δεν επιβεβαίωνε τίποτα. Η λιμνοθάλασσα δεν είναι μάρτυρας· είναι απορροφητής. Κρατά μέσα της όλα τα ενδεχόμενα χωρίς να διαλέγει.
Μια μέρα, λένε, ένας παλιός ψαράς έδεσε τη γαΐτα του λίγο πιο μέσα από το συνηθισμένο. Δεν είχε τίποτα να χάσει- ή έτσι πίστευε. Το νερό ήταν ακίνητο, αλλά όχι ήσυχο. Υπήρχε μια ένταση, σαν να κρατούσε κάτι την αναπνοή του.
Τότε την είδε. Ή ίσως είδε μόνο τον τρόπο που το φως αρνήθηκε να πέσει κανονικά πάνω στο νερό. Μια μορφή χωρίς σταθερό περίγραμμα, σαν σκέψη πριν γίνει λέξη.
Δεν του μίλησε. Οι νύμφες δεν μιλούν σε όσους ακόμη πιστεύουν ότι οι λέξεις εξηγούν τον κόσμο.
Του έδειξε μόνο τη λιμνοθάλασσα όπως είναι όταν κανείς δεν την κοιτάζει: όχι τόπο, αλλά μετάβαση. Όχι υδάτινο σώμα, αλλά δισταγμό ανάμεσα σε δύο μορφές ύπαρξης.
Όταν γύρισε στο λιμάνι, η γαΐτα του ήταν εκεί. Αλλά κάτι είχε αλλάξει: δεν έμοιαζε πια με σκάφος. Έμοιαζε με ερώτηση που δεν ζητούσε απάντηση.
Και η νύμφη δεν ξαναφάνηκε ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Γιατί από τότε, κάθε φορά που το νερό σταματούσε για λίγο να θυμάται ποιο είναι, εκείνη υπήρχε ήδη μέσα του.
Όχι ως παρουσία.
Αλλά ως η πιθανότητα ότι το νερό μπορεί να γίνει κάτι άλλο και να παραμείνει το ίδιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου