Στη λιμνοθάλασσα οι γαΐτες δεν είναι απλώς βάρκες· είναι η πιο ήσυχη μορφή της επιβίωσης.
Εκεί όπου το νερό δεν είναι ούτε πλήρης θάλασσα ούτε σταθερή γη, οι γαΐτες κινούνται σαν να γνωρίζουν τον δισταγμό του τόπου. Δεν κόβουν κύματα· τα διαβάζουν. Δεν ταξιδεύουν μακριά· επιστρέφουν πριν προλάβει η απόσταση να γίνει απώλεια.
Η λιμνοθάλασσα τις δέχεται σαν να τις είχε ήδη προβλέψει. Τα ρηχά της νερά δεν τις αφήνουν να χαθούν, αλλά ούτε και να απομακρυνθούν πολύ από τη μνήμη της ακτής. Έτσι, η κίνηση γίνεται σχεδόν τελετουργική: μικρές διαδρομές, επαναλήψεις, επιστροφές που μοιάζουν με αναπνοές.
Και μέσα σε αυτή τη στάσιμη ρευστότητα, οι γαΐτες μεταμορφώνονται. Δεν είναι πια μόνο εργαλεία ψαράδων· είναι σημεία προσανατολισμού μέσα σε έναν κόσμο που δεν έχει σταθερό ορίζοντα. Κάθε τους σιωπηλή πορεία γράφει πάνω στο νερό μια φράση που σβήνεται αμέσως, αλλά δεν παύει να έχει ειπωθεί.
Η λιμνοθάλασσα και οι γαΐτες μοιράζονται την ίδια ηθική: να μην απαιτούν το απέραντο για να υπάρξουν. Αρκούνται στο ενδιάμεσο, εκεί όπου το μικρό ταξίδι έχει την ίδια βαρύτητα με το μεγάλο, γιατί και τα δύο καταλήγουν ξανά στην αρχή.
Και έτσι, στο τέλος της μέρας, όταν το φως χαμηλώνει και τα νερά γίνονται καθρέφτες χωρίς ερώτηση, οι γαΐτες μένουν ακίνητες όχι από αδράνεια, αλλά από συμφωνία με τον τόπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου