Η αισθητική και η τέχνη ζουν σε μια παράξενη χρονική επικράτεια. Δεν ανήκουν ούτε αποκλειστικά στο παρελθόν ούτε ολοκληρωτικά στο μέλλον. Στέκονται πάνω σε μια γέφυρα, κρατώντας με το ένα χέρι τη μνήμη και με το άλλο την προσδοκία.
Κάθε έργο τέχνης γεννιέται από κάτι που προηγήθηκε. Ένα βλέμμα, μια εμπειρία, ένας πόνος, μια παράδοση, μια ιστορία. Ακόμη και το πιο πρωτοποριακό έργο κουβαλά μέσα του ίχνη ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς. Η αισθητική είναι, κατά μία έννοια, η μυστική συνομιλία του παρόντος με το παρελθόν.
Κι όμως, η τέχνη δεν αρκείται στη νοσταλγία. Αν συνέβαινε αυτό, θα ήταν απλώς ένα μουσείο αναμνήσεων. Η αληθινή τέχνη κοιτάζει προς τα εμπρός. Υποψιάζεται μορφές που δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί, συναισθήματα που δεν έχουν ακόμη ονομαστεί, κόσμους που δεν έχουν ακόμη υπάρξει. Είναι μια πρόβλεψη χωρίς βεβαιότητα, μια προφητεία χωρίς δόγμα.
Η αισθητική βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ένταση. Στο σημείο όπου το χθες συναντά το αύριο. Στην πατίνα ενός παλιού ξύλου που μας μιλά για δεκαετίες ζωής, αλλά και στον αρχιτέκτονα που σχεδιάζει ένα κτίριο για ανθρώπους που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Στο παραδοσιακό τραγούδι που διασώζει τη μνήμη ενός τόπου και στον νέο μουσικό που αναζητά ήχους που δεν έχουν ακόμη ακουστεί.
Ίσως γι' αυτό η τέχνη μάς συγκινεί τόσο βαθιά. Επειδή μας θυμίζει ότι είμαστε κι εμείς πλάσματα του χρόνου. Κουβαλάμε μέσα μας αναμνήσεις, αλλά ζούμε χάρη στις προσδοκίες μας. Το παρελθόν μάς δίνει ρίζες· το μέλλον μάς δίνει φτερά.
Και η αισθητική; Ίσως να είναι η στιγμή κατά την οποία οι ρίζες και τα φτερά συναντιούνται, χωρίς να ακυρώνει το ένα το άλλο. Ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει. Ένα ανοιχτό ερώτημα προς κάθε δημιουργό και κάθε θεατή:
Μπορεί άραγε να υπάρξει αληθινή ομορφιά χωρίς μνήμη; Και μπορεί να υπάρξει τέχνη χωρίς όνειρο για το μέλλον;
Ίσως η απάντηση να κρύβεται σε μια νύχτα αττική, όταν το φεγγάρι υψώνεται πάνω από τον βράχο της Ακρόπολης και λούζει τον Παρθενώνα με εκείνο το ασημένιο φως που μοιάζει να έρχεται από έναν χρόνο διαφορετικό από τον δικό μας.
Ο Παρθενώνας είναι μνήμη. Πέτρα που θυμάται. Κολόνες που κουβαλούν αιώνες ανέμων, πολέμων, θριάμβων και σιωπών. Είναι το παρελθόν που αρνείται να χαθεί. Κάθε του μάρμαρο διασώζει ένα ίχνος ανθρώπινου ονείρου, μια επιθυμία να δοθεί μορφή στο ωραίο και να νικηθεί, έστω για λίγο, η φθορά του χρόνου.
Το φεγγάρι, αντίθετα, δεν θυμάται. Επιστρέφει κάθε νύχτα και όμως είναι πάντοτε καινούργιο. Το βλέμμα μας πάνω του αλλάζει διαρκώς. Άλλο φεγγάρι βλέπει ο ερωτευμένος, άλλο ο ποιητής, άλλο ο μοναχικός περιπατητής. Είναι η υπόσχεση ότι ο κόσμος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί· ότι κάτι εξακολουθεί να γεννιέται μέσα στο σκοτάδι.
Και έτσι, κάθε φορά που το φως του αγγίζει τον Παρθενώνα, συμβαίνει μια σιωπηλή συνάντηση. Η μνήμη συναντά την προσδοκία. Το παρελθόν συνομιλεί με το μέλλον. Η τέχνη των ανθρώπων συναντά την αιώνια ποίηση του ουρανού.
Ίσως γι’ αυτό η εικόνα αυτή εξακολουθεί να μας συγκινεί έπειτα από τόσους αιώνες. Δεν κοιτάζουμε απλώς ένα μνημείο κάτω από το φεγγαρόφωτο. Κοιτάζουμε τον ίδιο τον άνθρωπο: ένα ον που χτίζει με πέτρα για να αντισταθεί στη λήθη και που ταυτόχρονα σηκώνει το βλέμμα προς το φεγγάρι αναζητώντας κάτι που δεν έχει ακόμη βρει.
Ο Παρθενώνας μάς θυμίζει ποιοι υπήρξαμε. Το φεγγάρι μάς ψιθυρίζει ποιοι μπορούμε να γίνουμε.
Και η ομορφιά γεννιέται ακριβώς εκεί, στο λεπτό σημείο όπου η μνήμη δεν γίνεται φυλακή και το όνειρο δεν γίνεται ψευδαίσθηση. Εκεί όπου το μάρμαρο και το φως, το παρελθόν και το μέλλον, στέκονται μαζί πάνω από την πόλη, περιμένοντας κάθε νέο βλέμμα να ολοκληρώσει ξανά το έργο τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου