Το ξημέρωμα της 2ας Ιουλίου 1961, ένας εκκωφαντικός πυροβολισμός στο Κέτσουμ του Αϊντάχο έβαλε τέλος στη ζωή ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο άνθρωπος που έζησε στα όρια, επέλεξε να πεθάνει με τους δικούς του όρους. Για δεκαετίες, ο θάνατός του συνοδευόταν από αστικούς μύθους και θεωρίες για «παράνοια». Σήμερα, όμως, τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα και η ιατρική έρευνα αποκαλύπτουν μια πολύ πιο σύνθετη και τραγική πραγματικότητα.
Η «Παράνοια» που αποδείχθηκε Αλήθεια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Χέμινγουεϊ ζούσε σε κατάσταση διαρκούς τρόμου, επιμένοντας ότι το FBI παγίδευε τα τηλέφωνά του, διάβαζε την αλληλογραφία του και έλεγχε τους τραπεζικούς του λογαριασμούς. Οι φίλοι και οι γιατροί του απέδιδαν αυτές τις εμμονές σε ψύχωση.
Η αλήθεια έλαμψε τη δεκαετία του 1980, όταν το FBI έδωσε στη δημοσιότητα τον φάκελο του συγγραφέα. Ο Χέμινγουεϊ δεν είχε παραισθήσεις: ο διευθυντής του FBI, Τζέι Έντγκαρ Χούβερ, τον παρακολουθούσε πράγματι στενά λόγω των σχέσεών του με την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο και του παρελθόντος του στον Ισπανικό Εμφύλιο. Πράκτορες της υπηρεσίας τον κατέγραφαν ακόμη και κατά τη διάρκεια των μυστικών νοσηλειών του στην ψυχιατρική κλινική Mayo Clinic.
Το Βαρύ Ιατρικό Ιστορικό του.
Ο θάνατος του Χέμινγουεϊ δεν ήταν απλώς το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας κατάθλιψης, αλλά η συνέπεια πολλαπλών οργανικών και νευρολογικών προβλημάτων:
-Κρανιοεγκεφαλικές Κακώσεις: Κατά τη διάρκεια της περιπετειώδους ζωής του, επέζησε από τροχαία, εκρήξεις στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και δύο διαδοχικά αεροπορικά ατυχήματα στην Αφρική. Οι σύγχρονοι νευρολόγοι εκτιμούν ότι έπασχε από Χρόνια Τραυματική Εγκεφαλοπάθεια (CTE), η οποία προκαλεί σοβαρή κατάθλιψη και απώλεια μνήμης.
-Αιμοχρωμάτωση: Μια κληρονομική διαταραχή συσσώρευσης σιδήρου που κατέστρεφε τα όργανά του και προκαλούσε έντονες ψυχικές μεταπτώσεις. Η ίδια «κατάρα» οδήγησε στην αυτοκτονία τον πατέρα, τα αδέλφια του και αργότερα την εγγονή του.
Το Μοιραίο Λάθος της Επιστήμης.
Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η βαριά κατάθλιψή του, ο συγγραφέας υποβλήθηκε σε σειρά θεραπειών ηλεκτροσόκ (ECT). Η μέθοδος αυτή αποδείχθηκε το τελειωτικό χτύπημα. Το ηλεκτροσόκ κατέστρεψε τη βραχυπρόθεσμη μνήμη του -το πολυτιμότερο εργαλείο της δουλειάς του. Μην μπορώντας πλέον να γράψει ούτε μια απλή πρόταση, ο Χέμινγουεϊ ένιωσε ότι έχασε την ταυτότητά του.
Η Απόπειρα Συγκάλυψης.
Αμέσως μετά την αυτοκτονία, η σύζυγός του, Μαίρη, δήλωσε στον τύπο ότι ο θάνατος προήλθε από ατύχημα κατά τον καθαρισμό του όπλου του. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να βρει τη δύναμη να παραδεχθεί δημόσια την αλήθεια. Η ίδια στα δικά της απομνημονεύματα γράφει: «Ένα πρωινό, γύρω στις επτά, με ξύπνησε ένας δυνατός, ξερός θόρυβος... Κατέβηκα τις σκάλες και είδα αυτό που φοβόμουν. Δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι είχε συμβεί, αλλά το μυαλό μου αρνήθηκε να το δεχτεί. Στους δημοσιογράφους είπα ότι πρέπει να εκπυρσοκρότησε κατά λάθος την ώρα που το καθάριζε. Ήταν η δική μου ασπίδα απέναντι στον τρόμο. Ήθελα να πιστέψω το δικό μου ψέμα για να αντέξω την επόμενη ώρα...». Και παρακάτω μιλά για την πίεση της κοινωνίας και της Εκκλησίας: «Στις αρχές της δεκαετίας του '60, η αυτοκτονία ήταν μια λέξη που ψιθυριζόταν με ντροπή. Αν παραδεχόμουν αμέσως την αλήθεια, ο Έρνεστ δεν θα είχε την κηδεία που του άξιζε. Οι πόρτες της εκκλησίας θα έκλειναν και οι τίτλοι των εφημερίδων θα τον παρουσίαζαν σαν έναν ηττημένο τρελό, αντί για τον μεγάλο δημιουργό που υπήρξε...». Και τελειώνει: «Μου πήρε πέντε χρόνια για να μπορέσω να προφέρω τη λέξη "αυτοκτονία" χωρίς να σπάσει η φωνή μου. Κατάλαβα τελικά ότι το να κρύβω την αλήθεια ήταν προσβολή για τον ίδιο. Ο Έρνεστ δεν έκανε ποτέ τίποτα κατά λάθος. Ακόμη και αυτό το τέλος, όσο σκληρό κι αν ήταν για μένα, ήταν η δική του, συνειδητή επιλογή όταν ένιωσε ότι το μυαλό του τον εγκατέλειπε».
Τις πρώτες ημέρες, οι περισσότεροι φίλοι του υιοθέτησαν δημόσια το αφήγημα της συζύγου του, Μαίρης, ότι ο θάνατος προήλθε από ατύχημα. Ο Χέμινγουεϊ ήταν δεινός κυνηγός και η ιδέα ότι ένα όπλο εκπυρσοκρότησε κατά λάθος φάνταζε πιο «συμβατή» με τον μύθο του, παρά η παραδοχή ότι λύγισε από την κατάθλιψη.
Ο πιο στενός του φίλος και βιογράφος, Α. Ε. Χότσνερ (A. E. Hotchner), έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη της αλήθειας. Το 1966, ο Χότσνερ εξέδωσε το βιβλίο «Papa Hemingway», όπου αποκάλυψε για πρώτη φορά ότι ο συγγραφέας αυτοκτόνησε. Αυτό προκάλεσε την οργή της Μαίρης, η οποία προσπάθησε δικαστικά να σταματήσει την έκδοση. Το πιο τραγικό κομμάτι για τους φίλους του ήταν η μεταμέλεια. Ο Χότσνερ παραδέχθηκε δημόσια, δεκαετίες αργότερα, ότι ένιωθε απαρηγόρητη ενοχή. Όταν ο Χέμινγουεϊ του έκλαιγε στο τηλέφωνο λέγοντας ότι το FBI τον παρακολουθεί, ο Χότσνερ τον αντιμετώπιζε ως τρελό. Όταν αποδείχθηκε ότι η παρακολούθηση ήταν αληθινή, ο Χότσνερ δήλωσε: «Αντί να τον βοηθήσουμε, τον αφήσαμε μόνο του στην κόλασή του...».
Η απώλεια του Χέμινγουεϊ σήμανε για τον κύκλο του το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, αφήνοντάς τους με την πικρή γεύση ότι ο άνθρωπος που ενσάρκωνε τη δύναμη της θέλησης, νικήθηκε από τους δικούς του εσωτερικούς δαίμονες. Ο «Παπά», όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, είχε επιλέξει να σβήσει με τον ίδιο βίαιο τρόπο που έζησε, αφήνοντας πίσω του μια ασύλληπτη λογοτεχνική κληρονομιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου