15/6/26

Ψυχή Βαθιά.


"Ψυχή Βαθιά": Όταν η Ιστορία πληγώνει τον Άνθρωπο.

Το «Ψυχή Βαθιά» (2009) του Παντελή Βούλγαρη αποτελεί μια από τις πιο φιλόδοξες και πολυσυζητημένες παραγωγές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Με φόντο τον αιματηρό και αδελφοκτόνο Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, ο σκηνοθέτης επιχειρεί να προσεγγίσει μια ανοιχτή ιστορική πληγή, όχι μέσα από πολιτικά μανιφέστα, αλλά μέσα από την τραγωδία της χαμένης αθωότητας.

Η πλοκή: δύο αδέλφια σε αντίπαλα χαρακώματα.

Η ιστορία μας μεταφέρει στο 1949, κατά τους τελευταίους μήνες του Εμφυλίου, στα άγρια και επιβλητικά τοπία του Γράμμου και του Βίτσι. Παρακολουθούμε δύο ανήλικα αδέλφια, τον 17χρονο Ανέστη και τον 14χρονο Βλάση. Εξαιτίας της άριστης γνώσης τους για τα ορεινά μονοπάτια, επιστρατεύονται βίαια και οι δύο ως οδηγοί: ο Ανέστης από τον Εθνικό Στρατό και ο Βλάσης από τον Δημοκρατικό Στρατό (αντάρτες). Τα δύο παιδιά μετατρέπονται άθελά τους σε γρανάζια μιας πολεμικής μηχανής, αναγκασμένα να κοιτούν το ένα το άλλο μέσα από το σκόπευτρο του όπλου.

Οι ήρωες: θύματα μιας Παράλογης Δίνης.

Οι χαρακτήρες της ταινίας δεν είναι οι κλασικοί «καλοί και κακοί» του σινεμά. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, χωριάτες και νεαρά παιδιά που παγιδεύτηκαν στη δίνη του φανατισμού και του καθήκοντος.

Ανέστης και Βλάσης: Οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές αποδίδουν με συγκλονιστική απλότητα τον τρόμο και τη σύγχυση της νιότης που θυσιάζεται.

Οι Καπετάνιοι και οι Αξιωματικοί: Χαρακτήρες όπως ο Καπετάν Ντούλας (Βαγγέλης Μουρίκης) και η Γιαννούλα (Βικτώρια Χαραλαμπίδου) ενσαρκώνουν το βαρύ τίμημα της ιδεολογίας και του πολέμου. Οι Αξιωματικοί του Εθνικού Στρατού αντιπροσωπεύουν το επίσημο κράτος, την πειθαρχία, αλλά και το βαρύ ψυχολογικό φορτίο της στρατιωτικής ηγεσίας σε έναν πόλεμο όπου ο εχθρός μιλά την ίδια γλώσσα. Ο Παντελής Βούλγαρης επιλέγει να μην τους παρουσιάσει ως μονοδιάστατους «κακούς» ή αλάθητους ήρωες, αλλά ως ανθρώπους εγκλωβισμένους στην τήρηση διαταγών. 

Ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία του «Ψυχή Βαθιά» είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Παντελής Βούλγαρης παραλληλίζει τις δύο ηγεσίες: τους Αξιωματικούς του Εθνικού Στρατού και τους Καπετάνιους του Δημοκρατικού Στρατού. Αντί να δημιουργήσει μια ασπρόμαυρη εικόνα «καλών και κακών», στήνει έναν καθρέφτη όπου και οι δύο πλευρές μοιράζονται το ίδιο βάρος.

Οι αξιωματικοί του Εθνικού Στρατού: Το καθήκον και η νομιμότητα.

-Η Ψυχολογία τους: Εκπροσωπούν την επίσημη κρατική εξουσία και την πειθαρχία. Διακατέχονται από το άγχος της ευθύνης και την πίεση για μια γρήγορη, οριστική νίκη.

-Η Σχέση με τα Νιάτα: Ο Ανθυπολοχαγός Τριαντάφυλλος (Γιώργος Συμεωνίδης) βλέπει στον 17χρονο Ανέστη ένα παιδί που πρέπει να προστατευτεί, αναπτύσσοντας μαζί του μια σχεδόν πατρική σχέση μέσα στο χαράκωμα.

-Η Εξάρτηση: Η ηγεσία του Στρατού εμφανίζεται εξαρτημένη από την ξένη (αμερικανική) βοήθεια και την τεχνολογία (αεροπλάνα, βόμβες Ναπάλμ), κάτι που τους απομακρύνει από τον παραδοσιακό τρόπο μάχης.

Οι Καπετάνιοι των Ανταρτών: Η ιδεολογία και η απομόνωση.

-Η Ψυχολογία τους: Ο Καπετάν Ντούλας (Βαγγέλης Μουρίκης) και η Γιαννούλα (Βικτώρια Χαραλαμπίδου) εκπροσωπούν το πάθος της ιδεολογίας, αλλά και την απόγνωση. Ξέρουν ότι ο κλοιός στενεύει και ότι παλεύουν σε έναν χαμένο, απομονωμένο αγώνα στα βουνά.

-Η Σχέση με τα Νιάτα: Αντιμετωπίζουν τον 14χρονο Βλάση με μια σκληρή στοργή. Τον εκπαιδεύουν να επιβιώνει, αλλά ταυτόχρονα τον μετατρέπουν σε στρατιώτη, κλέβοντάς του βίαια την παιδικότητα για χάρη της «επανάστασης».

-Η Εξάρτηση: Βασίζονται αποκλειστικά στο δύσβατο έδαφος, στο αντάρτικο πείσμα και στην απόλυτη γνώση του βουνού, όντας πλέον αποκομμένοι από κάθε εξωτερική υποστήριξη.

Το "Κοινό Σημείο": η παγίδα του Αδελφοκτόνου Πολέμου.

Στο τέλος της ημέρας, η σύγκριση των δύο πλευρών οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο οι Αξιωματικοί όσο και οι Καπετάνιοι είναι άνθρωποι εγκλωβισμένοι. Μιλούν την ίδια γλώσσα, μοιράζονται τους ίδιους φόβους και στέλνουν τα παιδιά της ίδιας χώρας στον θάνατο. Ο Βούλγαρης δείχνει ότι η τραγωδία της ηγεσίας στον Εμφύλιο είναι ότι η νίκη της μίας πλευράς σήμαινε αυτόματα την καταστροφή της ίδιας της της πατρίδας.

Ο Θανάσης Βέγγος: ένας Φάρος Ανθρωπιάς. 

Η εμφάνιση του Θανάση Βέγγου στην ταινία είναι σύντομη, αλλά αποτελεί την καρδιά ολόκληρου του έργου. Σε έναν από τους τελευταίους του κινηματογραφικούς ρόλους, ο Βέγγος δεν προσφέρει γέλιο, αλλά μια βαθιά, βουβή θλίψη. Με το γεμάτο καλοσύνη βλέμμα του, γίνεται ο συνδετικός κρίκος της κοινής λογικής και της ανθρωπιάς μέσα στο απόλυτο χάος, θυμίζοντάς μας ότι κάτω από τις στολές υπάρχουν μόνο άνθρωποι. Στην ταινία ο Θανάσης Βέγγος υποδύεται τον παππού-Ανούσιο. Ο ρόλος του είναι γεμάτος συμβολισμούς. Είναι ένας ηλικιωμένος, πολυτεχνίτης του μετώπου και πρακτικός ψυχίατρος των φαντάρων. Γυρίζει ανάμεσα στα χαρακώματα και τις πρώτες γραμμές του Εθνικού Στρατού, όχι για να πολεμήσει, αλλά για να προσφέρει βοήθεια. Φτιάχνει τσαρούχια, επιδιορθώνει αντικείμενα και, κυρίως, προσπαθεί να γιατρέψει τις «λαβωμένες» ψυχές των νεαρών στρατιωτών που έχουν καταρρεύσει ψυχολογικά από τη φρίκη του πολέμου. Ο χαρακτήρας του ενσαρκώνει την αγνή ανθρωπιά, τη σοφία και την κοινή λογική. Σε έναν κόσμο τυφλωμένο από τον φανατισμό και το μίσος, ο Βέγγος γίνεται η φωνή της ειρήνης και της συμπόνιας. Πρόκειται για έναν από τους τελευταίους ρόλους της ζωής του μεγάλου μας ηθοποιού. Εδώ δεν υπάρχει το γνωστό, νευρικό χιούμορ των παλιών του ταινιών. Η ερμηνεία του είναι βαθιά δραματική, βουβή και συγκινητική, βασισμένη σχεδόν εξολοκλήρου στο γεμάτο καλοσύνη και θλίψη βλέμμα του.

Η σημασία του Τίτλου: «Ψυχή Βαθιά!».

Η φράση «Ψυχή Βαθιά» δεν είναι απλώς ένας τίτλος· ήταν η πραγματική ιαχή εμψύχωσης των ανταρτών στα βουνά. Στην ταινία, ο τίτλος αποκτά διπλή ανάγνωση. Από τη μία, συμβολίζει το απέραντο σθένος, την αντοχή και το πείσμα των ανθρώπων που πάλεψαν στα χαρακώματα. Από την άλλη, αναφέρεται στα «βαθιά σκοτάδια» της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου φωλιάζουν ο φόβος, το μίσος, αλλά και η αξεπέραστη ανάγκη για αδελφοσύνη.



Το Soundtrack του Γιάννη Αγγελάκα: Ο Μουσικός Θρήνος.

Η μουσική επένδυση του Γιάννη Αγγελάκα είναι το δεύτερο "σενάριο" της ταινίας. Μακριά από τις γνώριμες ηλεκτρικές εξάρσεις του, ο Αγγελάκας επιστρατεύει παραδοσιακά πνευστά, πολυφωνικά σχήματα και σκοτεινά έγχορδα. Το ομότιτλο τραγούδι «Ψυχή Βαθιά» λειτουργεί ως ένας σύγχρονος, δωρικός θρήνος. Οι στίχοι και η ερμηνεία του «ντύνουν» τα πλάνα με έναν υπόκωφο καημό και μια αγωνία που στοιχειώνει τον θεατή, μετατρέποντας το τοπίο της Πίνδου σε έναν ζωντανό οργανισμό που υποφέρει.



Το Τέλος: μια αμείλικτη κάθαρση.

Το φινάλε της ταινίας αποφεύγει τους εύκολους ηρωισμούς και χτυπάει τον θεατή στο στομάχι. Η μοίρα των δύο αδελφών σφραγίζεται με τον πιο τραγικό τρόπο, καθώς η βία του πολέμου δεν κάνει εξαιρέσεις για την αθωότητα ή τους συγγενικούς δεσμούς. Το τέλος δεν αφήνει περιθώρια για πανηγυρισμούς από καμία πλευρά· αφήνει μόνο μια παγωμένη σιωπή πάνω από τα ερείπια και τα μνήματα, υπογραμμίζοντας ότι σε έναν εμφύλιο, ο μόνος πραγματικός νικητής είναι ο θάνατος.

Το «Ψυχή Βαθιά» δέχτηκε επικρίσεις στην εποχή του επειδή επέλεξε να κρατήσει μια πολιτικά «ουδέτερη» στάση, εστιάζοντας στο συναίσθημα και όχι στην ιστορική ανάλυση των αιτιών του πολέμου. Ωστόσο, ως κινηματογραφικό έργο, παραμένει μια συγκλονιστική αντιπολεμική κραυγή. Ο Βούλγαρης δεν κάνει μάθημα ιστορίας· κάνει μια βαθιά βουτιά στον ανθρώπινο πόνο, παραδίδοντας μια ταινία-υπενθύμιση για το πού μπορεί να οδηγήσει ο φανατισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: