Η Κλεοπάτρα δεν μισούσε τις άλλες γυναίκες. Αντιθέτως, έβρισκε το ανθρώπινο είδος απελπιστικά προβλέψιμο για να σπαταλήσει πάνω του το πολύτιμο συναίσθημα του φθόνου. Η Κλεοπάτρα ζήλευε τη θάλασσα. Όχι για το μέγεθός της -το μέγεθος είναι απλώς μια γεωμετρική αυταπάτη για όσους δεν ξέρουν να κοιτούν το άπειρο μέσα σε ένα φλιτζάνι εσπρέσο. Τη ζήλευε γιατί η θάλασσα είχε το δικαίωμα να είναι κυκλοθυμική χωρίς να της ζητάνε τον λόγο. Μπορούσε να πνίξει ένα καράβι το πρωί και να χαϊδέψει τα πόδια ενός παιδιού το απόγευμα, και ο κόσμος την αποκαλούσε ακόμα «ποιητική». Αν η Κλεοπάτρα έκανε το ίδιο, θα της έγραφαν ψυχοφάρμακα.
Καθόταν σε ένα ξύλινο μπαρ στην άκρη της προβλήτας, φορώντας ένα κιμονό στο χρώμα του ώριμου μάνγκο και ένα ζευγάρι κόκκινα γυαλιά ηλίου. Μπροστά της είχε ένα ποτήρι τζιν με τόνικ. Το τζιν, σκεφτόταν, είναι το μόνο ποτό που έχει τη γεύση της μοναξιάς ενός πεύκου σε γκρεμό.
«Κοιτάζεις τον ανταγωνισμό;» ρώτησε ο μπάρμαν, ένας τύπος με μούσι που έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από πίνακα του Μποτιτσέλι.
«Κοιτάζω μια κλέφτρα», απάντησε η Κλεοπάτρα, δείχνοντας με το τσιγάρο της τον ορίζοντα. «Της έδωσα τα δάκρυά μου πέρυσι τον Αύγουστο. Κι εκείνη, αντί να τα κρύψει, τα έκανε αλάτι και τα πούλησε στους τουρίστες πάνω σε τηγανητά καλαμαράκια».
Η θάλασσα εκείνη τη μέρα ήταν ανήσυχη. Είχε το χρώμα ενός ελαφρώς μελαγχολικού ζαφειριού. Έστελνε μικρά, νευρικά κύματα να χτυπούν την προβλήτα, σαν ένας εραστής που χτυπάει το δάχτυλό του στο τραπέζι περιμένοντας μια εξήγηση.
Η αλήθεια είναι ότι και η θάλασσα ζήλευε επίσης την Κλεοπάτρα. Η θάλασσα, με όλη της την απεραντοσύνη, ήταν καταδικασμένη να μένει πάντα στο ίδιο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να περπατήσει μέχρι το μπαρ, δεν μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά ενός μάλλινου πουλόβερ, ούτε να καταλάβει την υπαρξιακή αγωνία που κρύβεται πίσω από ένα κακό κούρεμα. Η θάλασσα ήταν απλώς νερό που έψαχνε να βρει νόημα στις ακτές.
Η Κλεοπάτρα σηκώθηκε. Άφησε ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι, έβγαλε τα κόκκινα γυαλιά της και περπάτησε μέχρι την άκρη των βράχων. Το νερό αφρίζει από κάτω της.
«Λοιπόν;» ψιθύρισε.
Ένα μεγάλο κύμα σηκώθηκε, άρπαξε το κιμονό της και της έκλεψε το ένα παπούτσι. Όχι από κακία, αλλά από καθαρή, ανόθευτη ζήλεια για το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν δύο πόδια για να φεύγουν, ενώ η θάλασσα έχει μόνο ακτές για να επιστρέφει.
Η Κλεοπάτρα γέλασε. Ήταν ένα γέλιο γεμάτο αλάτι και τζιν. Κατάλαβε ότι το σύμπαν δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τεράστια παρεξήγηση ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν να κυλήσουν και σε αυτούς που θέλουν να ριζώσουν.
Και τότε η θάλασσα δεν έμεινε σιωπηλή.
Για πρώτη φορά δεν αρκέστηκε να αφρίζει· άρχισε να μιμείται. Σήκωσε πάνω της σχήματα που έμοιαζαν με τραπέζια μπαρ, με κιμονό από νερό, με κόκκινα γυαλιά φτιαγμένα από συμπυκνωμένο ηλιοβασίλεμα. Ήθελε να γίνει άνθρωπος όχι από ανάγκη, αλλά από καθαρή περιέργεια -εκείνη τη μεταφυσική περιέργεια που γεννιέται όταν ένα άπειρο βαρεθεί τον εαυτό του.
Η Κλεοπάτρα το κατάλαβε αμέσως. Δεν τρόμαξε. Μόνο ανασήκωσε το φρύδι, σαν να έβλεπε έναν παλιό εραστή που επέστρεψε με καινούργιο πρόσωπο.
«Άρα έτσι είναι», είπε. «Δεν με ζήλευες. Με αντέγραφες.»
Και τότε η θάλασσα, για πρώτη φορά στην ιστορία της, δίστασε. Γιατί η αντιγραφή του ανθρώπου είναι εύκολη· η αποδοχή της ειρωνείας του όμως όχι.
Ένα δεύτερο κύμα σηκώθηκε -πιο ήσυχο, σχεδόν ευγενικό -και της επέστρεψε το παπούτσι. Όχι από μετάνοια. Από κατανόηση.
Η Κλεοπάτρα το φόρεσε.
Και εκείνη τη στιγμή συνέβη το αδιανόητο: δεν ξεχώριζε πια ποια από τις δύο ζήλευε ποια.
Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η ζήλια.
Ήταν ότι τόσο η θάλασσα όσο και οι άνθρωποι είχαν το ίδιο τραγικό ελάττωμα:
να θέλουν να γίνουν κάτι που δεν μπορούν να κατοικήσουν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου