1/6/26

Το δέντρο που ζήλευε τα καΐκια.



Το δέντρο φύτρωσε λίγο πιο πίσω από τη θάλασσα, εκεί που το αλάτι δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν αγαπά τη γη ή τη διαλύει.

Από μικρό, έβλεπε τα καΐκια να περνούν σαν λευκές σκέψεις πάνω στο νερό. Ήταν ξύλα, ναι -αλλά ξύλα που ταξίδευαν. Ξύλα που μιλούσαν με τον ορίζοντα. Κι εκείνο έμενε καρφωμένο στη γη, με ρίζες σαν δεσμά που δεν είχε επιλέξει.

«Εσείς τουλάχιστον φεύγετε», έλεγε στα κύματα.

«Εμείς επιστρέφουμε», του απαντούσαν.

Με τα χρόνια, η ζήλια του έγινε ρωγμή. Όχι ορατή· εσωτερική. Μια λεπτή γραμμή μέσα στον κορμό του, σαν υπόσχεση που δεν ειπώθηκε ποτέ.

Οι άνθρωποι το πρόσεξαν όταν πια είχε μεγαλώσει πολύ. Ήταν ίσιο, γερό, σχεδόν υπεροπτικό. «Καΐκι θα γίνει αυτό», είπε ένας παλιός ναυπηγός, ακουμπώντας το σαν να άκουγε τη μοίρα του μέσα στο ξύλο.

Το δέντρο δεν αντέδρασε. Για πρώτη φορά ένιωσε κάτι σαν ανακούφιση.

Όταν το έκοψαν, δεν πόνεσε όπως θα περίμενε κανείς. Μόνο άκουσε τον άνεμο να περνά για τελευταία φορά μέσα από τα κλαδιά του, σαν να το αποχαιρετά χωρίς βιασύνη.

Στο καρνάγιο, το έκαναν σανίδες. Το έσχισαν σε γραμμές, το ίσιωσαν, το έδεσαν με σίδερα και πίσσα. Κι εκεί, παράδοξα, το δέντρο κατάλαβε:

Δεν ζηλεύεις τα καΐκια επειδή ταξιδεύουν.

Τα ζηλεύεις επειδή είναι ξύλο που θυμάται τη θάλασσα χωρίς να τη φοβάται.

Την άνοιξη που το καΐκι καθελκύστηκε, κάτι σχεδόν ανεπαίσθητο συνέβη. Το ξύλο του δεν ήταν πια δέντρο, αλλά ούτε και νεκρό. Ήταν κάτι ενδιάμεσο -μια μνήμη που έμαθε να επιπλέει.

Κι όταν ακούμπησε για πρώτη φορά το νερό, κανείς δεν θα ορκιζόταν αν το καΐκι μπήκε στη θάλασσα…

ή αν η θάλασσα το αναγνώρισε επιτέλους ως επιστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: