Σ’ έναν κόλπο όπου τα νερά ήταν τόσο διάφανα ώστε ο βυθός έμοιαζε με ουρανό στραμμένο προς τα κάτω, ζούσε ένα κοπάδι ψαριών που πίστευε πως η θάλασσα ήταν άπειρη.
Η πεποίθηση αυτή περνούσε από γενιά σε γενιά.
Τα γηραιότερα ψάρια διηγούνταν ιστορίες για ατελείωτα ρεύματα, για πόλεις από κοράλλια, για ναυάγια που έκρυβαν ολόκληρους κόσμους. Κανένα όμως δεν είχε φτάσει ποτέ στο τέλος της θάλασσας.
«Άρα δεν υπάρχει τέλος», κατέληγαν.
Ανάμεσά τους ζούσε ένα μικρό ασημένιο ψάρι που αμφέβαλλε.
Δεν αμφέβαλλε από θάρρος αλλά από περιέργεια, που είναι μια πιο επίμονη μορφή θάρρους.
Μια μέρα εγκατέλειψε το κοπάδι και άρχισε να κολυμπά προς το ανοιχτό πέλαγος.
Διέσχισε λιβάδια από φύκια, σκιές πλοίων, υποθαλάσσιες χαράδρες και βυθούς που δεν είχαν όνομα. Συνάντησε χταπόδια που μιλούσαν με χρώματα και μέδουσες που έμοιαζαν με ξεχασμένα φεγγάρια.
Όταν επέστρεψε, χρόνια αργότερα, το κοπάδι το υποδέχθηκε σαν σοφό.
«Πες μας», το ρώτησαν. «Είναι πράγματι άπειρη η θάλασσα;»
Το ψάρι σώπασε.
Έπειτα είπε:
«Δεν ξέρω.»
Τα άλλα ψάρια απόρησαν.
«Μα ταξίδεψες περισσότερο από όλους!»
«Ναι», απάντησε. «Αλλά όσο προχωρούσα, τόσο μεγάλωνε η θάλασσα.»
Τα ψάρια θεώρησαν την απάντηση απογοητευτική.
Μόνο ένα πολύ γέρικο ψάρι χαμογέλασε.
«Τώρα κατάλαβες», είπε.
«Τι;»
«Ότι η θάλασσα δεν είναι αυτό που κολυμπάμε μέσα της. Είναι αυτό που δεν θα προλάβουμε ποτέ να γνωρίσουμε.»
Από τότε το κοπάδι συνέχισε να κινείται σαν ένα μοναδικό ασημένιο σώμα μέσα στο νερό.
Και όσοι το έβλεπαν από τα καράβια νόμιζαν πως ήταν απλώς ψάρια.
Όμως ίσως ήταν κάτι άλλο.
Ίσως ήταν οι σκέψεις ενός αόρατου ωκεανού, που για μια στιγμή πήραν μορφή και ταξίδεψαν μαζί πριν διαλυθούν ξανά μέσα στο μυστήριο από το οποίο γεννήθηκαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου