1/6/26

Ο Βράχος που ζήλεψε την Θάλασσα.




Ο βράχος δεν είχε ποτέ του όνομα. Μόνο βάρος.

Στεκόταν στην άκρη ενός ακρωτηρίου στην Καμπανία, εκεί όπου ο ήλιος πέφτει σαν κέρμα μέσα στο νερό και η θάλασσα το επιστρέφει κάθε πρωί, πιο υγρό, πιο αλατισμένο, πιο ειρωνικό.

Κάτω του η θάλασσα κινούνταν χωρίς κόπο. Δεν περπατούσε, δεν σκεφτόταν, δεν θυμόταν. Μόνο άλλαζε. Από μπλε σε πράσινο, από πράσινο σε μαύρο, από μαύρο σε φως που τρέμει. Κι αυτή η ελευθερία της αλλαγής άρχισε να τον πληγώνει.

Ο βράχος ζήλεψε.

Στην αρχή διακριτικά. Ένα ράγισμα που δεν οφειλόταν στον καιρό. Μια σκέψη που δεν οφειλόταν στον άνεμο. Έπειτα πιο καθαρά: ήθελε να κυλήσει. Να μην κρατιέται πια από τη γη σαν καταδίκη.

«Γιατί εκείνη κι εγώ όχι;» ρώτησε τον εαυτό του, αλλά η φωνή του δεν έφτανε ποτέ ως την επιφάνεια. Μόνο η θάλασσα τον άκουγε, κι εκείνη δεν απαντούσε ποτέ με λέξεις.

Μόνο με κύματα.

Κάθε κύμα ήταν μια πρόταση ζωής χωρίς γραμματική. Ένα άγγιγμα που ερχόταν, έσπαγε, και έφευγε σαν να μην είχε υπάρξει. Κι όμως υπήρχε. Στον αφρό.

Ο βράχος άρχισε να φθείρεται όχι από τον χρόνο, αλλά από τη φαντασία του. Φανταζόταν πως αν έσπαγε αρκετά, θα μπορούσε να γίνει άμμος. Κι αν γινόταν άμμος, ίσως να τον μάθαινε η θάλασσα απέξω προς τα μέσα, όπως μαθαίνεται ένα μυστικό.

Ένα απόγευμα, όταν ο ορίζοντας έγερνε σαν κουρασμένος θεός, ο βράχος μίλησε ξανά, αυτή τη φορά όχι στον εαυτό του αλλά στο νερό:

«Σε ζηλεύω

Η θάλασσα δεν ξαφνιάστηκε. Οι θάλασσες δεν ξαφνιάζονται· απλώς επαναλαμβάνονται.

Και τότε, για πρώτη φορά, τον άγγιξε διαφορετικά. Όχι σαν κύμα, αλλά σαν υπόσχεση διάβρωσης που δεν πονά.

Ο βράχος δεν έπεσε.

Απλώς άρχισε να γίνεται θάλασσα από την πλευρά που δεν φαινόταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: