Το σπίτι ήταν ερείπιο από καιρό, μα όχι εγκαταλελειμμένο.
Υπήρχε μια διαφορά ανάμεσα στα δύο, που μόνο η θάλασσα την καταλάβαινε.
Στεκόταν λίγο πιο πάνω από τον γκρεμό, σαν να είχε γλιστρήσει προς τα εκεί για να δει καλύτερα το βάθος του ορίζοντα. Οι τοίχοι του είχαν χάσει τη λογική τους συνοχή, αλλά το παράθυρο παρέμενε ακέραιο, πεισματικά όρθιο, σαν μάτι που δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν θέλει να κλείσει.
Από εκεί φαινόταν η θάλασσα.
Και η θάλασσα φαινόταν πίσω.
Όχι σαν αντανάκλαση, αλλά σαν αμοιβαία παρατήρηση.
Κάποιοι έλεγαν πως το σπίτι δεν ήταν χτισμένο πάνω στη γη, αλλά πάνω σε μια παλιά στιγμή. Μια στιγμή που δεν είχε αποφασίσει ποτέ αν τελείωσε ή αν συνεχίζεται ακόμη.
Τα πρωινά, όταν το φως έπεφτε λοξά, το παράθυρο άλλαζε.
Άλλοτε έδειχνε ένα καράβι που δεν είχε ακόμη μπει στο λιμάνι. Άλλοτε ένα παιδί που δεν είχε ακόμη γεννηθεί να πετά πέτρες στο νερό. Και μερικές φορές, πολύ σπάνια, έδειχνε το ίδιο το σπίτι ολόκληρο, καινούργιο, με ανθρώπους στα δωμάτια, σαν να μην είχε ποτέ ερειπωθεί.
Ένας περαστικός, που δεν θυμόταν γιατί ανέβηκε ως εκεί, στάθηκε μπροστά του.
Δεν είδε το παρόν.
Είδε μια εκδοχή του εαυτού του που είχε μείνει πίσω.
Καθόταν στην ίδια θέση, κοιτούσε την ίδια θάλασσα, αλλά δεν τον αναγνώρισε. Ή ίσως τον αναγνώρισε τόσο βαθιά, που δεν χρειάστηκε να αντιδράσει.
Η θάλασσα εκείνη τη στιγμή δεν είχε κύματα.
Είχε παύσεις.
Και μέσα σε μία από αυτές τις παύσεις, το παράθυρο έπαψε να είναι άνοιγμα.
Έγινε όριο.
Όχι ανάμεσα σε μέσα και έξω, αλλά ανάμεσα σε όσα θυμάσαι και σε όσα δεν συνέβησαν ακόμη αρκετά για να χαθούν.
Ο περαστικός έφυγε χωρίς να κλείσει πίσω του τίποτα.
Το σπίτι έμεινε όπως ήταν πάντα: μισό ερείπιο, μισό υπόσχεση.
Και το παράθυρο συνέχισε να κοιτά τη θάλασσα,
περιμένοντας όχι κάποιον να επιστρέψει,
αλλά τον χρόνο να αποφασίσει από ποια πλευρά θα περάσει πρώτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου