Στο τέλος του χωριού υπήρχε ένα πηγάδι που δεν το θυμόταν κανείς με νερό.
Οι παλιοί έλεγαν πως κάποτε ανέβαινε από μέσα του νερό κρύο, σχεδόν σκούρο από την καθαρότητά του. Άλλοι, πιο επιφυλακτικοί, έλεγαν πως δεν ήταν νερό αλλά μνήμη. Ότι όποιος έσκυβε αρκετά βαθιά, δεν έβλεπε την αντανάκλασή του αλλά την προηγούμενη ζωή του, σαν να την είχε ξεχάσει λάθος στιγμή.
Ύστερα ήρθε η ξηρασία -όχι μια θεαματική καταστροφή, αλλά μια αργή συμφωνία σιωπής. Τα χωράφια δεν πέθαναν απότομα. Απλώς σταμάτησαν να θυμίζουν πράσινο. Και το πηγάδι, κάποια μέρα, έπαψε να απαντά.
Κανείς δεν πρόσεξε πότε ακριβώς στέρεψε. Τα πηγάδια δεν πεθαίνουν με γεγονότα· πεθαίνουν με αδιαφορία.
Όταν ο τελευταίος γεωργός πλησίασε, είδε στον πάτο όχι χώμα, αλλά κάτι πιο παράξενο: ένα δεύτερο πηγάδι, ανεστραμμένο, σαν καθρέφτης χωρίς πρόσωπο. Κατέβηκε λίγο πιο κοντά και ένιωσε πως ο αέρας είχε βάρος, σαν να θυμόταν κι αυτός ότι κάποτε ήταν νερό.
Τότε συνέβη το ανεξήγητο -ή το απολύτως ρεαλιστικό, ανάλογα με το πόσο εμπιστεύεται κανείς τη μνήμη.
Το πηγάδι δεν είχε στερέψει. Είχε απλώς στραφεί προς τα μέσα.
Από εκείνη τη μέρα, όσοι περνούσαν δίπλα του έλεγαν πως δεν άκουγαν νερό, αλλά μια πολύ χαμηλή ανάσα, σαν γη που προσπαθεί να πει κάτι και το ξεχνά την ίδια στιγμή που το λέει.
Και κάποιες νύχτες, όταν η σιωπή κατεβαίνει χαμηλά στα πράγματα, το πηγάδι μοιάζει γεμάτο ξανά -όχι με νερό, αλλά με την πιθανότητα ότι κάποτε υπήρξε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου