Ο Υπερρεαλισμός και ο Μεταπόλεμος: Η Ιστορική Ρήξη του Τριστάν Τζαρά.
Το 1945, η ανθρωπότητα βγήκε από τις στάχτες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου βαθιά τραυματισμένη. Η αποκάλυψη του Ολοκαυτώματος και η ρίψη της ατομικής βόμβας ισοπέδωσαν τις παλιές βεβαιότητες. Μέσα σε αυτό το κλίμα υπαρξιακού και πολιτικού επαναπροσδιορισμού, τα καλλιτεχνικά κινήματα της πρωτοπορίας βρέθηκαν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Κεντρικό ορόσημο αυτής της περιόδου αποτέλεσε η δημόσια συζήτηση γύρω από τη σχέση του Υπερρεαλισμού με τη μεταπολεμική πραγματικότητα, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στο έργο του Τριστάν Τζαρά.
Ο Τριστάν Τζαρά: Από την Αναρχία του Ντανταϊσμού στη Γαλλική Αντίσταση.
Ο άνθρωπος πίσω από αυτή τη ριζοσπαστική θεωρητική στροφή ήταν ο Τριστάν Τζαρά (Tristan Tzara, 1896–1963). Γεννημένος στη Ρουμανία ως Σαμουέλ Ροζενστόκ, υιοθέτησε το ψευδώνυμο Τριστάν Τζαρά (που στα ρουμανικά σημαίνει «θλιμμένος στη χώρα του») ως πράξη αποκοπής από τις ρίζες του και την αστική του τάξη. Σε ηλικία μόλις 20 ετών, το 1916, έγινε ο κεντρικός εγκέφαλος, οργανωτής και «στρατηγός» του Ντανταϊσμού στο Cabaret Voltaire της Ζυρίχης.
Ο Ντανταϊσμός γεννήθηκε ως μια ριζοσπαστική αντίδραση στη φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τζαρά και η ομάδα του διακήρυξαν την «αντι-τέχνη», την αισθητική του σοκ και την κυριαρχία του τυχαίου, προτείνοντας ακόμα και οδηγίες για τη δημιουργία ποιημάτων με λέξεις κομμένες στην τύχη από μια εφημερίδα μέσα από ένα καπέλο.
Μετά τη μετακομίση του στο Παρίσι το 1920, ο Τζαρά ήρθε σε σύγκρουση με τον Αντρέ Μπρετόν. Ο Μπρετόν ήθελε να μετατρέψει την "αναρχία" του Νταντά σε ένα πιο δομημένο κίνημα έρευνας του υποσυνειδήτου: τον Υπερρεαλισμό (Σουρεαλισμό). Η ρήξη τους επισφραγίστηκε το 1923 με άγριους καυγάδες σε θεατρικές παραστάσεις. Παρά τη σύγκρουση, ο Τζαρά προσχώρησε τελικά στον Υπερρεαλισμό το 1929, αναγνωρίζοντας ότι ο Ντανταϊσμός είχε κλείσει τον κύκλο του.
Η καθοριστική καμπή στη ζωή του ήρθε κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως εβραϊκής καταγωγής, έζησε στην παρανομία στη Νότια Γαλλία και οργανώθηκε ενεργά στη Γαλλική Αντίσταση. Η εμπειρία αυτή άλλαξε ριζικά την κοσμοθεωρία του, οδηγώντας τον το 1947 στην επίσημη ένταξή του στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα.
Το Βιβλίο και οι Ιστορικές Διαλέξεις του 1947.
Το δοκίμιο «Ο Υπερρεαλισμός και ο Μεταπόλεμος» (Le Surréalisme et l'après-guerre) βασίζεται σε δύο μνημειώδεις διαλέξεις που έδωσε ο Τζαρά το 1947 στη Σορβόννη, το Βουκουρέστι και την Πράγα.
Στην ελληνική αγορά, το έργο κυκλοφορεί σε μια κομψή έκδοση τσέπης από τις Εκδόσεις Ύψιλον, σε μετάφραση του σπουδαίου φιλολόγου Στέφανου Ν. Κουμανούδη. Το βιβλίο περιλαμβάνει ένα πολύτιμο παράρτημα με ποιήματα του Τζαρά σε απόδοση του μεγάλου Έλληνα υπερρεαλιστή ζωγράφου και ποιητή Νίκου Εγγονόπουλου, συνδέοντας άμεσα τη γαλλική πρωτοπορία με την ελληνική παράδοση.
Οι Κεντρικοί Άξονες του Έργου.
Στα κείμενα αυτά, ο Τζαρά εξαπολύει μια σκληρή ιδεολογική επίθεση κατά του «ορθόδοξου» υπερρεαλισμού του Αντρέ Μπρετόν:
Η Ανάγκη για Πολιτική Στράτευση: Κατηγορεί τον υπερρεαλισμό ότι παρέμεινε εγκλωβισμένος σε μια «αστική» αντίληψη της τέχνης, δίνοντας υπερβολική βάση στο όνειρο, την ατομική ψυχολογία και τον μυστικισμό. Σε έναν κατεστραμμένο κόσμο, κάθε καλλιτέχνης οφείλει να αναλάβει συλλογική κοινωνική ευθύνη.
Από την Άρνηση στην Οικοδόμηση: Ο Τζαρά τονίζει ότι η εποχή δεν χρειάζεται άλλη μηδενιστική καταστροφή (όπως ο Ντανταϊσμός). Ο δημιουργός πρέπει να βγει από τον «γυάλινο πύργο» του και να συνδεθεί με τις ανάγκες των λαϊκών μαζών.
Η Απομυθοποίηση των Τεχνικών Γραφής: Στη δεκαετία του 1920, η "αυτόματη" γραφή (το να γράφει κανείς ελεύθερα χωρίς τον έλεγχο της λογικής) γεννήθηκε ως ένα επαναστατικό εργαλείο ψυχικής απελευθέρωσης. Ο Τζαρά υποστηρίζει ότι μετά τον πόλεμο, η τεχνική αυτή μετατράπηκε σε μια στείρα συνταγή (μια λογοτεχνική "μανιέρα"- από την ιταλική λέξη maniera, που σημαίνει τρόπος ή στυλ: αναφέρεται στην τυποποιημένη, επαναλαμβανόμενη και τεχνητή χρήση ορισμένων εκφραστικών μέσων). Μετά την φρίκη του Άουσβιτς, η ποίηση πρέπει να αναζητήσει μια νέα, αυθεντική χρησιμότητα που να αγγίζει την καθημερινή πραγματικότητα και να μετατραπεί από ένα ναρκισσιστικό παιχνίδι του μυαλού σε ζωντανή κοινωνική πράξη. Ο Τζαρά ξεκαθαρίζει ότι όλες οι υπερρεαλιστικές τεχνικές ήταν απλώς μέσα για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Όταν όμως οι υπερρεαλιστές άρχισαν να λατρεύουν τις ίδιες τις τεχνικές, τις μετέτρεψαν σε αυτοσκοπό και εγκλωβίστηκαν σε έναν νέο ακαδημαϊσμό. Η απομυθοποίηση, επομένως, ήταν απαραίτητη για να «καθαρίσει» το τοπίο: έπρεπε να γκρεμιστούν τα παλιά καλλιτεχνικά είδωλα, ώστε η ποίηση να ξαναβρεί μια αυθεντική, κοινωνική χρησιμότητα.
Το Ιδεολογικό Πλαίσιο και η Ελληνική Μεταπολεμική Γενιά.
Οι διαλέξεις αυτές αποτέλεσαν μέρος του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου στο πεδίο της κουλτούρας. Στο Παρίσι του 1947, η κυριαρχία του υπερρεαλισμού αμφισβητήθηκε έντονα τόσο από τους στρατευμένους μαρξιστές όσο και από τον Υπαρξισμό (Existentialism) του Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο οποίος ζητούσε μια άμεση, «στρατευμένη λογοτεχνία» (littérature engagée).
Στην Ελλάδα, η σχέση αυτή πήρε μια ιδιαίτερη τροπή. Ενώ η πρώτη γενιά των Ελλήνων υπερρεαλιστών (Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Ελύτης) είχε ήδη εδραιωθεί προπολεμικά, η μεταπολεμική γενιά (σημαδεμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο) αντίκρισε τον υπερρεαλισμό μέσα από ένα νέο, σκοτεινό φίλτρο. Ποιητές όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Έκτωρ Κακναβάτος δανείστηκαν τα εργαλεία του κινήματος (εφιαλτικές εικόνες, κατάργηση λογικής αλληλουχίας), αλλά αντί για την ονειρική ουτοπία, τα έθεσαν στην υπηρεσία ενός υπαρξιακού εξπρεσιονισμού για να εκφράσουν τον τρόμο της ιστορικής πραγματικότητας.
Συμπέρασμα:
«Ο υπερρεαλισμός και ο μεταπόλεμος» δεν είναι απλώς το χρονικό μιας πνευματικής διαμάχης, αλλά το σημείο όπου η τέχνη αναγκάστηκε να κοιταχτεί στον καθρέφτη της Ιστορίας. Ο Τριστάν Τζαρά αποτύπωσε ανάγλυφα τη δραματική μετάβαση από το ελεύθερο παιχνίδι του υποσυνειδήτου στην απόλυτη ηθική και κοινωνική ευθύνη του δημιουργού απέναντι στον άνθρωπο. Το βιβλίο αποτελεί ένα κομβικό ιστορικό ντοκουμέντο που αποτυπώνει την ανάγκη της ευρωπαϊκής διανόησης να αναλογιστεί τον ρόλο της τέχνης μετά τα ερείπια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αναδεικνύοντας τη μετάβαση από τον αισθητικό μηδενισμό στη συλλογική κοινωνική στράτευση. Ο Τριστάν Τζαρά υποστήριξε την αναγκαιότητα η τέχνη να υπηρετήσει την κοινωνική ανοικοδόμηση, θέτοντας ένα διαχρονικό ερώτημα για την ευθύνη του πνευματικού ανθρώπου σε περιόδους κρίσης.
«Ποίηση 1948», Νίκος Εγγονόπουλος.
«...τούτη η εποχήτου εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι να γραφεί
είναι
σα να γράφεται
στην άλλη μεριά μιας αγγελίας θανάτου
γι’ αυτό
και τα ποιήματά μου
είναι τόσο πικραμένα
(και πότε εξ άλλου δεν ήσαν;)
κι είναι—προ πάντων—τόσο
λίγα...»


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου