15/6/26

Η Κάθοδος των Εννιά.




Η Κάθοδος των Εννιά: Από το Δωρικό Λόγο του Θανάση Βαλτινού στην Κινηματογραφική Αξιοπρέπεια της Ήττας.

«Η Κάθοδος των Εννιά» αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά οδοιπορικά της νεοελληνικής τέχνης γύρω από το δράμα του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Το έργο συστήθηκε αρχικά ως νουβέλα από τον Θανάση Βαλτινό το 1963 και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1984 από τον Χρίστο Σιοπάχα σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα. Τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία απογυμνώνουν τον πόλεμο από κάθε είδους ιδεολογική ρητορεία, εστιάζοντας αποκλειστικά στην ανθρώπινη τραγωδία.

Η πλοκή: ένα απέλπιδο χρονικό επιβίωσης.

Η ιστορία εκτυλίσσεται το καλοκαίρι του 1949, καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος οδεύει προς το οριστικό του τέλος. Μια μικρή ομάδα εννέα ηττημένων ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) βρίσκεται αποκλεισμένη στα ορεινά της Πελοποννήσου, στον Ταΰγετο. Με τον κυβερνητικό στρατό να τους καταδιώκει και τις γραμμές επικοινωνίας κομμένες, οι εννέα άνδρες ξεκινούν μια απελπισμένη, ενστικτώδη πορεία προς τα κάτω.

Στόχος τους είναι να φτάσουν στη θάλασσα, η οποία λειτουργεί στο μυαλό τους ως η μοναδική διέξοδος για σωτηρία. Κατά τη διάρκεια αυτής της φθίνουσας πορείας, οι αντάρτες δεν έρχονται αντιμέτωποι μόνο με τις σφαίρες του εχθρού. Παλεύουν κυρίως με:

Την εξαντλητική πείνα και την αβάσταχτη δίψα.

Το άγριο, εχθρικό και άνυδρο τοπίο της ελληνικής υπαίθρου.

Την ψυχολογική κατάρρευση, την καχυποψία και την απομόνωση.

Καθώς κατηφορίζουν, η ομάδα αποδεκατίζεται σταδιακά, μετατρέποντας την «κάθοδο» σε μια μοιραία πορεία προς το θάνατο.

Οι ήρωες: άνθρωποι χωρίς φωτοστέφανα.

Ο Βαλτινός αποφεύγει σκόπιμα να δημιουργήσει ηρωικούς χαρακτήρες με την παραδοσιακή έννοια. Οι ήρωές του σκιαγραφούνται μινιμαλιστικά και αποκαλύπτονται μέσα από τις πράξεις τους, τη σωματική τους εξάντληση και τη ντοπιολαλιά τους.

Ο Νικήτας: Ο καπετάνιος και φυσικός αρχηγός της ομάδας. Προσπαθεί να κρατήσει τη συνοχή και την πειθαρχία των ανδρών, ακόμη και όταν όλα γύρω τους καταρρέουν.

Ο Αφηγητής: Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από τα δικά του μάτια στη νουβέλα, προσφέροντας μια υποκειμενική αλλά συγκλονιστικά ρεαλιστική μαρτυρία.

Ο Κουτσός, ο Μπρατίτσας, ο Γυαλής, ο Κωστανταράκος, ο Θανάσης, ο Ηλίας, ο Γιάννης: Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Δεν είναι ιδεολόγοι που βγάζουν πρεσβευτικούς λόγους· είναι απλοί άνθρωποι της επαρχίας που βρέθηκαν στη δίνη της ιστορίας. Καθοδηγούνται αποκλειστικά από το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Στην κινηματογραφική μεταφορά, οι ερμηνείες των Χρήστου Καλαβρούζου και Αντώνη Αντωνίου δίνουν σάρκα και οστά σε αυτούς τους χαρακτήρες, αποδίδοντας υποδειγματικά τη βιολογική και ψυχική τους φθορά.

Το χρονικό του αφανισμού: πώς πεθαίνει ο κάθε ήρωας.

Στο έργο, ο θάνατος δεν έρχεται ως μια ηρωική πράξη στο πεδίο της μάχης, αλλά ως ένα σταδιακό, βιολογικό και ψυχολογικό σβήσιμο. Οι εννέα αντάρτες πεθαίνουν ένας προς έναν, αποδεκατισμένοι από τις κακουχίες, τις ενέδρες των κυβερνητικών δυνάμεων («εθνικόφρονες» και χωροφύλακες), αλλά και από την ίδια την απόγνωση:

Η αρχική διάσπαση (Θανάσης, Ηλίας, Γιάννης): Στην αρχή της καθόδου, η ομάδα δέχεται τα πρώτα πλήγματα. Μέσα στη σύγχυση και τις συνεχείς αψιμαχίες, οι τρεις αυτοί αντάρτες πέφτουν νεκροί από σφαίρες σε τυχαίες συμπλοκές στα στενά περάσματα του βουνού. Οι θάνατοί τους καταγράφονται ξερά, σχεδόν σαν στατιστική απώλεια.

Η μοιραία ενέδρα στο σπίτι (Ο Κουτσός): Καθώς η ομάδα έχει διασπαστεί, ο Αφηγητής κινείται μαζί με τον Κουτσό. Εξαντλημένοι από τη δίψα, εντοπίζουν ένα απομονωμένο σπίτι. Όταν πλησιάζουν, δέχονται επίθεση από έναν ένοπλο χωρικό και τα παιδιά του. Ο Κουτσός τραυματίζεται θανάσιμα και πεθαίνει εκεί, ενώ ο Αφηγητής καταφέρνει να αμυνθεί, να σκοτώσει τον άντρα και το ένα παιδί, και να διαφύγει.

Η αυτοκτονία της απόγνωσης (Ο Νικήτας): Ο καπετάνιος και αρχηγός της ομάδας, βλέποντας το απόλυτο αδιέξοδο, την έλλειψη νερού και τον αναπόφευκτο εγκλωβισμό του, επιλέγει να μην πέσει ζωντανός στα χέρια του εχθρού. Πεθαίνει αυτοκτονώντας, επιβεβαιώνοντας την τραγικότητα του ηγέτη που προτιμά τον δικό του θάνατο από την ατίμωση της αιχμαλωσίας.

Ο αφανισμός των υπολοίπων (Μπρατίτσας, Γυαλής, Κωστανταράκος): Αποκομμένοι και εξαθλιωμένοι, βρίσκουν τραγικό τέλος σε ενέδρες κυβερνητικών δυνάμεων ή τοπικών ένοπλων πολιτών (κεφαλοκυνηγών). Σε κάποιες περιπτώσεις, η καχυποψία και η τρέλα της επιβίωσης φέρνει τους εναπομείναντες σε σημείο να στρέψουν τα όπλα ακόμα και μεταξύ τους για ένα κομμάτι ψωμί ή λίγο νερό, πριν εξοντωθούν οριστικά από τους διώκτες τους.

Ο μοναδικός επιζών (Ο Αφηγητής): Από τους εννιά άνδρες, μόνο ένας επιζεί: ο νεότερος της ομάδας. Είναι αυτός που καταφέρνει τελικά να φτάσει μέχρι τη θάλασσα. Ωστόσο, η «σωτηρία» του είναι καθαρά σωματική· ψυχικά κουβαλάει για πάντα το βάρος του θανάτου των συντρόφων του.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

Το ύφος του Βαλτινού αποτυπώνεται ιδανικά στη γλώσσα του κειμένου. Οι προτάσεις του είναι κοφτές, χωρίς περιττά επίθετα, αποδίδοντας την απόλυτη ξηρασία του τοπίου και της ψυχής:

«Η κάθοδος άρχισε στις αρχές του Αυγούστου. Ήμασταν εννιά. Ο Νικήτας, ο Κουτσός, ο Μπρατίτσας, ο Γυαλής, ο Κωστανταράκος, ο Θανάσης, ο Ηλίας, ο Γιάννης κι εγώ. Είχαμε πάρει την απόφαση να φτάσουμε στη θάλασσα. Η θάλασσα ήταν η μόνη μας ελπίδα.»

Σε άλλο σημείο, η ωμή αλήθεια της σωματικής εξαθλίωσης περιγράφεται με ανατριχιαστικό ρεαλισμό:

«Η δίψα μας έκαιγε τα σωθικά. Τα χείλη μας είχαν σκάσει, είχαν βγάλει αίμα. Ψάχναμε για νερό στις ξερορεματιές, κάτω από τις πέτρες. Τίποτα. Μόνο ήλιος και πέτρα. Στο τέλος, ήπιαμε τα ούρα μας για να κρατηθούμε.»

Η περιγραφή της ήττας: ύφος βιβλίου και αισθητική ταινίας.

Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη νουβέλα και την κινηματογραφική διασκευή έγκειται στον τρόπο που η κάθε τέχνη επιστρατεύει τα δικά της μέσα για να «περιγράψει» το ίδιο μαρτύριο:

Η λογοτεχνική περιγραφή (Βαλτινός): Ο συγγραφέας επιλέγει μια περιγραφή που βασίζεται στην απόλυτη αφαίρεση, τη λεγόμενη «γύμνια» του κειμένου. Η περιγραφή είναι καθαρά σωματική και αισθητηριακή. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τον Εμφύλιο όχι μέσα από πολιτικά μανιφέστα, αλλά μέσα από την υφή της πέτρας, την αίσθηση των ματωμένων χειλιών και τη μυρωδιά του καύσωνα.

Η κινηματογραφική περιγραφή (Σιοπάχα): Στο σινεμά, η περιγραφή μετατρέπεται σε οπτικοακουστική εμπειρία. Η κάμερα χρησιμοποιεί κυρίως «σκληρό», φυσικό φωτισμό, κάνοντας τον θεατή να νιώθει τον ήλιο ως εχθρική δύναμη. Το τοπίο του Ταϋγέτου δεν είναι απλό φόντο· περιγράφεται ως ένας δίχως τέλος λαβύρινθος από πέτρα. Οι διάλογοι είναι ελάχιστοι και αντικαθίστανται από τον ήχο των βημάτων και τις βαριές ανάσες.




Από το χαρτί στο πανί: δομικές και υφολογικές διαφορές.

Παρόλο που ο Βαλτινός συνέγραψε το σενάριο της ταινίας, η μεταφορά επέφερε σημαντικές αλλαγές:

Η εστίαση της ματιάς: Η νουβέλα βασίζεται στην εσωτερικότητα και στον υποκειμενικό λόγο του αφηγητή. Αντίθετα, η ταινία του Σιοπάχα χρησιμοποιεί μια αντικειμενική κάμερα που καταγράφει την ομάδα ως σύνολο, δίνοντας έμφαση στη συλλογική μοίρα.

Ο ρόλος του τοπίου: Στο βιβλίο, ο Ταΰγετος περιγράφεται μέσα από την αίσθηση της αφής. Στην ταινία, το τοπίο αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα από τα μεγάλα, γενικά πλάνα, λειτουργώντας ως φυσική φυλακή.

Ο ρυθμός και η σιωπή: Η ταινία επεκτείνει τις σιωπές του βιβλίου. Εκεί που ο Βαλτινός χρησιμοποιεί μια κοφτή τελεία, ο Σιοπάχας χρησιμοποιεί μακρόσυρτα πλάνα όπου οι ανάσες των ηθοποιών αντικαθιστούν τους διαλόγους.

Συσχέτιση με την πραγματική Ιστορία.

«Η Κάθοδος των Εννιά» δεν είναι ένα ιστορικό δοκίμιο, αλλά πατάει γερά πάνω στα πραγματικά γεγονότα της περιόδου 1946-1949:

Το Ιστορικό Πλαίσιο: Το καλοκαίρι του 1949, ο Δημοκρατικός Στρατός είχε υποστεί στρατιωτική ήττα. Στην Πελοπόννησο οι εναπομείναντες αντάρτες είχαν αποκοπεί πλήρως και καταδιώκονταν ανελέητα από τον κυβερνητικό στρατό και τις τοπικές παραστρατιωτικές ομάδες.

Η απομυθοποίηση: Το έργο έσπασε τα ταμπού της εποχής του. Δεν παρουσιάζει την επίσημη εκδοχή των νικητών (που έβλεπαν τους αντάρτες ως εγκληματίες), αλλά ούτε και την αγιογραφία της Αριστεράς (που τους ήθελε αλύγιστους ήρωες). Δείχνει την ωμή αλήθεια των κυνηγημένων ανθρώπων.

Η γλώσσα ως ιστορικό τεκμήριο: Ο Βαλτινός χρησιμοποίησε μια γλώσσα κοφτή, γεμάτη τοπικισμούς της Πελοποννήσου, η οποία λειτουργεί σαν ένα ζωντανό ηχητικό ντοκουμέντο εκείνης της εποχής.

Συμπέρασμα.

Είτε ως το τολμηρό, δωρικό κείμενο του 1963 είτε ως η υποβλητική, βραβευμένη ταινία του 1984, «Η Κάθοδος των Εννιά» παραμένει ένα διαχρονικό μνημείο για την ανθρώπινη μοίρα. Δεν πρόκειται για μια ιστορία πολιτικής δικαίωσης, αλλά για ένα υπαρξιακό δράμα με φόντο τον πόλεμο. Το έργο καταφέρνει να διασώσει τη θεμελιώδη αξιοπρέπεια των ηττημένων

Μας υπενθυμίζει ότι πίσω από τις μεγάλες ιστορικές υπογραφές και τις ιδεολογικές συγκρούσεις, η πραγματική τραγωδία του πολέμου βιώνεται πάντα στο επίπεδο της μονάδας: στον φόβο, στην απομόνωση και στην απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να παραμείνει ζωντανός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: