1/6/26

Η Λεμονιά.




Η λεμονιά της αυλής γεννήθηκε από ένα κουκούτσι που κάποτε ξέφυγε από τα δάχτυλα ενός παιδιού. Κανείς δεν θυμόταν πια ποιο παιδί ήταν· μόνο η γη το ήξερε και το κρατούσε μυστικό.

Με τα χρόνια, το δέντρο μεγάλωσε. Τα κλαδιά του άπλωσαν πράσινα χέρια προς τον ουρανό και κάθε άνοιξη γέμιζαν άνθη λευκά, τόσο αρωματικά που ακόμη και ο άνεμος σταματούσε για λίγο να τα μυρίσει.

Η λεμονιά όμως είχε μια παράξενη επιθυμία. Δεν ζήλευε τα κυπαρίσσια για το ύψος τους ούτε τις ελιές για τη μακροζωία τους. Ζήλευε τη θάλασσα.

Κάθε βράδυ άκουγε από μακριά το βουητό της. Άκουγε τα κύματα να ταξιδεύουν, να αγγίζουν λιμάνια, βράχους και ξένες ακτές. Εκείνη, αντίθετα, έμενε πάντα στην ίδια θέση, δεμένη με τις ρίζες της.

«Πώς είναι να ταξιδεύεις;» ρωτούσε τον άνεμο.

«Σαν να αλλάζεις όνειρο χωρίς να ξυπνάς», αποκρινόταν εκείνος.

Η λεμονιά το σκεφτόταν όλο τον χειμώνα.

Ώσπου ένα καλοκαίρι, οι καρποί της ωρίμασαν. Χρυσοί σαν μικροί ήλιοι, έπεσαν ένας ένας στο χώμα. Κάποιοι βρέθηκαν σε καΐκια, άλλοι σε τραπέζια κοντά στη θάλασσα, άλλοι ταξίδεψαν σε πόλεις που η λεμονιά δεν θα έβλεπε ποτέ.

Και τότε κατάλαβε κάτι.

Οι ρίζες της κρατούσαν το σώμα της ακίνητο, αλλά οι καρποί της ταξίδευαν για λογαριασμό της.

Από εκείνη τη μέρα δεν ζήλεψε ξανά τη θάλασσα. Κάθε άνοιξη άνθιζε με μεγαλύτερη χαρά, γνωρίζοντας πως δεν υπάρχουν μόνο τα ταξίδια των ποδιών και των κυμάτων.

Υπάρχουν και τα ταξίδια που κάνουν τα δέντρα μέσω των καρπών τους, οι άνθρωποι μέσω των λέξεών τους και οι ψυχές μέσω των ονείρων τους.

Κι αυτά, καμιά φορά, φτάνουν πιο μακριά από τη θάλασσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: