Στην άκρη ενός επαρχιακού δρόμου, εκεί όπου η σκόνη του καλοκαιριού ανακατευόταν με το άρωμα της θάλασσας, μεγάλωναν δίπλα δίπλα ένα κυπαρίσσι και μια πικροδάφνη.
Το κυπαρίσσι στεκόταν αγέρωχο, ψηλό και σκοτεινό. Μιλούσε λίγο. Προτιμούσε να κοιτάζει τον ουρανό και να μετρά τα σύννεφα που περνούσαν.
Η πικροδάφνη ήταν αλλιώτικη. Κάθε άνοιξη γέμιζε ροζ άνθη και μιλούσε ασταμάτητα με τις μέλισσες, τους σπουργίτες και τον άνεμο.
«Γιατί δεν ανθίζεις ποτέ;» ρώτησε μια μέρα το κυπαρίσσι.
«Γιατί δεν ψηλώνεις ποτέ;» απάντησε εκείνη γελώντας.
Για χρόνια αντάλλασσαν τέτοιες ερωτήσεις. Το ένα ζήλευε κρυφά αυτό που είχε το άλλο.
Το κυπαρίσσι ήθελε λίγη από τη χρωματιστή τρέλα της πικροδάφνης. Η πικροδάφνη ονειρευόταν λίγη από τη γαλήνια σοβαρότητα του κυπαρισσιού.
Μια νύχτα, καθώς το φεγγάρι κρεμόταν πάνω από τη θάλασσα σαν ασημένιο φανάρι, ο άνεμος τα άκουσε να παραπονιούνται.
«Δεν είμαι αρκετά όμορφο», είπε το κυπαρίσσι.
«Δεν είμαι αρκετά σπουδαία», είπε η πικροδάφνη.
Ο άνεμος γέλασε.
«Αν αλλάζατε θέση, πάλι κάτι θα σας έλειπε. Η ομορφιά δεν βρίσκεται σε αυτό που δεν είστε· βρίσκεται σε αυτό που προσφέρετε.»
Το κυπαρίσσι σώπασε.
Η πικροδάφνη επίσης.
Και τότε πρόσεξαν κάτι που δεν είχαν δει ποτέ.
Τα πουλιά διάλεγαν το κυπαρίσσι για να ξεκουραστούν και την πικροδάφνη για να τραγουδήσουν.
Οι ταξιδιώτες έβρισκαν σκιά κάτω από το ένα και χρώμα δίπλα στην άλλη.
Το φεγγάρι ακουμπούσε εξίσου τρυφερά και τα δύο.
Από εκείνο το βράδυ δεν ζήλεψαν ξανά.
Το κυπαρίσσι συνέχισε να γράφει σιωπηλά ποιήματα στον ουρανό με το ύψος του.
Και η πικροδάφνη συνέχισε να ζωγραφίζει το καλοκαίρι με τα άνθη της.
Κι ο δρόμος, περνώντας ανάμεσά τους, έμοιαζε κάθε χρόνο περισσότερο με μια πρόταση που δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς και τις δύο λέξεις της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου