Μέσα στην πόλη των Σπασμένων Προσόψεων, εκεί όπου τα κτίρια δεν τελείωναν ποτέ αλλά απλώς ξεχνιούνταν, υπήρχε ένα σπουργίτι.
Περίεργο σπουργίτι.
Δεν είχε όνομα, γιατί τα ονόματα στην πόλη δίνονταν μόνο σε ό,τι είχε ήδη σταματήσει να αλλάζει. Εκείνο όμως άλλαζε με τον τρόπο που αλλάζει μια σκέψη όταν την κοιτάς αρκετή ώρα.
Καθόταν πάντα στο ίδιο σημείο: στο τρίτο σκαλί μιας παλιάς μαρμάρινης σκάλας που οδηγούσε σε ένα κτίριο χωρίς χρήση. Οι άνθρωποι περνούσαν από δίπλα του χωρίς να το παρατηρούν, όχι γιατί ήταν αόρατο, αλλά γιατί η προσοχή τους δεν είχε μάθει ακόμη να ανεβαίνει σκαλιά.
Το σπουργίτι δεν πετούσε πολύ. Περίμενε.
Και κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τη σκάλα, έκανε κάτι μικρό: έστρεφε το κεφάλι του προς τα πάνω, σαν να άκουγε κάτι που ερχόταν από ένα επίπεδο της πόλης που δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί.
Κάποτε, ένα παιδί το είδε.
Σταμάτησε μπροστά στο πρώτο σκαλί.
«Γιατί κάθεσαι εδώ;» ρώτησε.
Το σπουργίτι τίναξε ελαφρά τα φτερά του.
Και τότε, για πρώτη φορά, η σκάλα έμοιασε λίγο πιο ψηλή.
Το παιδί ανέβηκε στο πρώτο σκαλί. Δεν συνέβη τίποτα θεαματικό. Μόνο ο αέρας έγινε πιο καθαρός, σαν να είχε χώρο να σκεφτεί.
Το σπουργίτι ανέβηκε κι αυτό στο δεύτερο.
«Δεν έχει τίποτα εδώ», είπε το παιδί.
Το σπουργίτι δεν απάντησε. Απλώς κοίταξε το επόμενο σκαλί.
Και τότε το παιδί κατάλαβε.
Ότι η σκάλα δεν οδηγούσε κάπου.
Ήταν η ίδια η κίνηση προς το “κάπου”.
Το παιδί ανέβηκε στο τρίτο σκαλί.
Το σπουργίτι δεν πέταξε. Μόνο στάθηκε λίγο πιο ψηλά, σαν να είχε γίνει ελαφρύτερη η έννοια του εδάφους.
Και τότε, χωρίς να ειπωθεί τίποτα, η πόλη φάνηκε διαφορετική.
Όχι πιο μεγάλη.
Πιο βαθιά.
Από εκείνη τη μέρα, όσοι περνούν από τη μαρμάρινη σκάλα λένε πως αν κοιτάξεις το τρίτο σκαλί αρκετή ώρα, δεν βλέπεις ένα σπουργίτι.
Βλέπεις την περιέργεια να έχει πάρει μορφή.
Και καταλαβαίνεις κάτι που δεν λέγεται δυνατά στην πόλη:
η περιέργεια είναι το πρώτο σκαλί της γνώσης.
Και το πιο επικίνδυνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου