Ο ιστός της αράχνης πάνω από το ρεύμα του ποταμού δεν ήταν ποτέ απλώς ένας ιστός.
Στο χωριό έλεγαν πως εμφανίστηκε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, όταν το νερό ανέβηκε τόσο που άγγιξε τα κατώφλια των ονείρων. Κανείς δεν είδε την αράχνη να τον υφαίνει· μόνο τον βρήκαν την αυγή, τεντωμένο ανάμεσα σε δύο όχθες σαν λεπτό, αόρατο μουσικό όργανο που έπαιζε τον ήχο της ροής.
Ο γέρος που ζούσε στο τελευταίο σπίτι δίπλα στο ποτάμι είπε πως δεν ήταν ιστός, αλλά υπόσχεση. Ότι κάποτε μια γυναίκα που περίμενε κάποιον που δεν γύρισε, έμαθε να δένει τον χρόνο με νήματα πιο λεπτά από τη μνήμη. Και πως το ποτάμι, από σεβασμό ή ενοχή, αποφάσισε να περνά από κάτω του χωρίς να τον αγγίζει πραγματικά.
Τα παιδιά προσπάθησαν να τον σπάσουν με πέτρες, αλλά οι πέτρες έπεφταν μέσα στο νερό σαν να ζητούσαν συγγνώμη. Οι γυναίκες έλεγαν πως τα βράδια, όταν η στάθμη κατέβαινε, ο ιστός κατέβαινε κι αυτός λίγο πιο κοντά στο νερό, σαν να ήθελε να ακούσει καλύτερα τις ιστορίες που το ποτάμι ψιθύριζε στον εαυτό του.
Και έτσι έμεινε εκεί, ανάμεσα στο νερό και στον αέρα, χωρίς να αποφασίσει ποτέ σε ποιον κόσμο ανήκει.
Μόνο το ποτάμι ήξερε την αλήθεια· αλλά το ποτάμι, όπως όλα τα πράγματα που δεν σταματούν ποτέ, ποτέ δεν βρήκε χρόνο να μιλήσει και έτσι δεν αποκάλυψε και ποτέ και σε κανέναν, για το πώς βρέθηκε ο ιστός εκεί...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου