Οι βελγικές πατάτες δεν είναι τρόφιμο. Είναι ένα υπαρξιακό ατύχημα που έμαθε να τραγανίζει.
Κάποτε, πριν η ιστορία αποκτήσει το θράσος να ονομαστεί «πολιτισμός», μια πατάτα κοίταξε το καυτό λάδι και δεν έκανε πίσω. Δεν ήταν ηρωισμός. Ήταν περιέργεια με θερμοκρασία 180 βαθμών. Από τότε, κάθε τηγάνισμα είναι μια μικρή επανάληψη εκείνης της πρώτης, ανόητα σοφής απόφασης: να εμπιστευτείς κάτι που βράζει.
Οι Βέλγοι, φυσικά, δεν το αποκάλεσαν θαύμα. Το αποκάλεσαν “frites”- γιατί η ποίηση στην Ευρώπη συχνά κρύβεται σε λέξεις που ακούγονται σαν να έχουν ήδη φαγωθεί μισές.
Και η μπίρα…
Η μπίρα είναι η άλλη πλευρά του ίδιου πειράματος. Η Duvel δεν πίνεται. Σε κοιτάει πίσω. Σε ρωτάει αν είσαι σίγουρος για τις επιλογές σου, και πριν προλάβεις να απαντήσεις, έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν είσαι. Η Stella Artois, πιο ευγενική, απλώς σου κρατάει το χέρι καθώς η καθημερινότητα γλιστράει λίγο πιο μαλακά στο πλάι.
Μαζί, πατάτες και μπίρα σχηματίζουν μια μυστική συμμαχία: τραγανό και υγρό, χρυσό και κεχριμπαρένιο, αλάτι και ζύμωση, δύο ουσίες που συμφώνησαν να σαμποτάρουν τη σοβαρότητα του σύμπαντος.
Γιατί το σύμπαν έχει ένα πρόβλημα: παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά. Οι βελγικές πατάτες είναι η ευγενική του διόρθωση. Η μπίρα είναι το γέλιο του που αφρίζει.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο γουλιές και τις δύο μπουκιές, ο άνθρωπος θυμάται κάτι επικίνδυνο: ότι η ευτυχία δεν χρειάζεται νόημα. Χρειάζεται μόνο να είναι αρκετά τραγανή όταν την δαγκώνεις κι αφρώδης όταν την πίνεις- σαν μια μικρή ανταρσία της ύλης απέναντι στη σοβαρότητα της ύπαρξης.
Και τότε δεν είναι πια ούτε πατάτα, ούτε ποτό. Είναι μια συνωμοσία αισθήσεων που αποφάσισαν να συνεργαστούν για λίγα δευτερόλεπτα ειρήνης. Η τραγανότητα γίνεται σκέψη που έσπασε σωστά. Ο αφρός γίνεται χρόνος που αρνήθηκε να καθίσει ακίνητος.
Ο άνθρωπος δεν «τρυπά» την απόλαυση. Την αποσυνθέτει με σεβασμό, σαν να διαβάζει ένα χειρόγραφο που αλλάζει νόημα κάθε φορά που το βλέπεις. Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι του αρέσει.
Είναι ότι αρχίζει να υποψιάζεται πως ο κόσμος ίσως δεν φτιάχτηκε για να εξηγηθεί - αλλά για να δαγκωθεί προσεκτικά, να αφρίσει λίγο, και μετά να χαθεί χωρίς απολογία.
Κι έτσι, μέσα στο λάδι και στη ζύμωση, γεννιέται μια μικρή, παράλογη σοφία: ότι η ύπαρξη δεν ζητά ερμηνεία. Ζητά μόνο τη σωστή στιγμή τραγανότητας, και έναν αφρό αρκετά τολμηρό ώστε να μην ζητά συγγνώμη όταν εξαφανίζεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου