«Βάδιζαν κύμα-κύμα και μίλαγαν. Μίλαγαν για τα περασμένα, για εκείνα που έγιναν κάποτες και κάποτες χάθηκαν, καιρούς άλλους … Τότε ακούστηκε το καΐκι. Μπορεί να κουβάλαγαν άλλους, άλλους δύσμοιρους…
“Ξέρω”, είπε ύστερα, “Χρύσα, πως δε μ’ έχεις συγχωρέσει για το χαμό του Γιώργη μας, αλλά και ελόγου μου δεν έχω συγχωρέσει τον εαυτό μου, δεν μπορώ να παρηγορεθώ μέσα μου, δεν ξέρω όμως τι περισσότερο θα ’καμα να σώσω το παιδί και δεν το έκαμα, δεν είχα άλλωστε τίποτα άλλο απ’ την παγωμένη αναπνοή μου για να ζεστάνω το Γιώργη μας, μα ο Γιώργης μας δε σώθηκε, χάθηκε μεσ’ στην αγκάλη μου, την ώρα που κι ο ίδιος ήμουνε μισοπεθαμένος.”…
Η γυναίκα είχε σκεπάσει τα μάτια της με τις παλάμες της. Και τα ρυάκια των δακρύων της έτρεχαν ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά της, αλλά σε κάποια στιγμή ψιθύρισε: “Ούλοι τον έκλαψαν το Γιώργη μας, ούλος ο κόσμος, άντρα μου…” “Και οι πέτρες δάκρυσαν”, συμπλήρωσε εκείνος.
Νήσος Τρίκερι τη…
Ένα τραπέζι, δύο άνθρωποι, μοίρα μία…
Νόστοι. Πόρτες που έκλειναν και πόρτες που άνοιγαν. Εκείνοι που ήρθαν κι εκείνοι που έφυγαν, που ξεχάστηκαν ύστερα. Σαν να μην υπήρξαν, σαν να μην φάνηκαν … “Πες μας κάτι για να περάσει η ώρα.” Εκείνη δεν απάντησε, δεν άνοιξε το στόμα, κάτι σκεφτόταν. Ίσως είχανε τελειώσει όλα πια, είχαν σωθεί, είχαν αδειάσει. “Αξέχαστα χρόνια”, δήλωσε εκείνος, “που μία τα ζεις και δεν τα ξεχνάς, σου μένουν.” “Μια, καλή κι αλησμόνητη”, συμπλήρωσε εκείνη. Κατέβηκαν ύστερα στη θάλασσα, κάθισαν στις πέτρες και πήραν να κοιτάζουν τα πρόσωπά τους στο νερό. Και ταξίδευαν.»
(Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης.)
«Νήσος Τρίκερι τη…»: Η Ιστορία και το Βιβλίο-Μαρτυρία του Ηλία Λεφούση.
Υπάρχουν σελίδες της ελληνικής ιστορίας που παρέμειναν για δεκαετίες στο σκοτάδι, θαμμένες κάτω από τη σκόνη της σιωπής και του φόβου. Μία από αυτές τις σελίδες «φωτίζει» με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο το ιστορικό πεζογράφημα «Νήσος Τρίκερι τη…» του Βολιώτη συγγραφέα Ηλία Λεφούση, που εκδόθηκε το 1993 από τη "Σύγχρονη Εποχή".
Το βιβλίο αποτελεί μια βαθιά ανθρωποκεντρική βουτιά σε μια από τις πιο σκληρές περιόδους της σύγχρονης Ελλάδας: το Στρατόπεδο Εξορίστων Γυναικών στο Παλαιό Τρίκερι.
Το Ιστορικό Πλαίσιο: Το Νησί των «Ασυμβίβαστων» Γυναικών.
Το Παλαιό Τρίκερι, ένα μικρό νησί στον Παγασητικό Κόλπο, μετατράπηκε από το 1947 έως το 1953 σε έναν σκληρό τόπο πολιτικής εξορίας. Αν και αρχικά φιλοξένησε άνδρες, ταυτίστηκε ιστορικά με τον εκτοπισμό χιλιάδων γυναικών κατά τη διάρκεια και μετά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο.
Η κορύφωση ήρθε το 1949, όταν ο αριθμός των εξόριστων γυναικών άγγιξε τις 5.000, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονταν και 235 παιδιά.
Οι γυναίκες αυτές δεν ήταν στην πλειονότητά τους ενεργές μαχήτριες. Ήταν μάνες, αδελφές, κόρες ή σύζυγοι ανταρτών, που διώκονταν με βάση την «οικογενειακή ευθύνη». Το κράτος τις χρησιμοποιούσε ως μέσο πίεσης για να λυγίσουν οι άνδρες συγγενείς τους που πολεμούσαν στα βουνά.
Οι Συνθήκες Διαβίωσης και η Αντίσταση.
Οι κρατούμενες στοιβάζονταν στα υγρά κελιά του Μοναστηρίου της Παναγίας Ευαγγελίστριας ή σε πρόχειρα αντίσκηνα, αντιμέτωπες με:
Απόλυτη έλλειψη νερού και ακατάλληλο φαγητό.
Βαριές ασθένειες (τύφος, φυματίωση) χωρίς ιατρική περίθαλψη.
Ψυχολογικό πόλεμο και βασανιστήρια με στόχο την υπογραφή «δήλωσης μετανοίας».
Παρά τη φρίκη, οι γυναίκες οργάνωσαν τη ζωή τους. Έστησαν αυτοσχέδια σχολεία για τα παιδιά, μοιράστηκαν το λιγοστό φαγητό τους και κράτησαν κρυφά ημερολόγια, μετατρέποντας την καθημερινότητά τους σε μια πράξη συλλογικής αξιοπρέπειας.
Η Πλοκή του Βιβλίου: Όταν η Ιστορία Γίνεται Λογοτεχνία.
Ο Ηλίας Λεφούσης (1942–2008), ένας συγγραφέας που αφιέρωσε το έργο του στην ανάδειξη των λαϊκών αγώνων της Μαγνησίας, παίρνει αυτή την ιστορική πρώτη ύλη και τη μετατρέπει σε ζωντανή λογοτεχνία.
Η πλοκή του «Νήσος Τρίκερι τη…» ακολουθεί τη διαδρομή αυτών των γυναικών από τη στιγμή της βίαιης εκτόπισής τους από τα χωριά της Θεσσαλίας και τη μεταφορά τους με καράβια από τον Βόλο στο νησί.
Μέσα από κοντές, κοφτές προτάσεις και ρεαλιστικούς διαλόγους που θυμίζουν προφορικές μαρτυρίες, ο Λεφούσης ξετυλίγει το μεγάλο δράμα του στρατοπέδου:
Η Επιβίωση: Η καθημερινή πάλη με το κρύο, την πείνα και τον τρόμο μέσα στο Μοναστήρι.
Το Δίλημμα: Η εσωτερική σύγκρουση των γυναικών απέναντι στη «δήλωση». Η επιλογή ανάμεσα στην υπογραφή (που σήμαινε επιστροφή στα παιδιά τους αλλά και ηθική συντριβή) και στην άρνηση (που σήμαινε περαιτέρω εξορία, ακόμα και μεταγωγή στη διαβόητη Μακρόνησο).
Ο Νόστος: Οι μνήμες των γυναικών για τα σπίτια τους που κάηκαν και τους δικούς τους ανθρώπους που χάθηκαν.
Το βιβλίο κλείνει με τη σταδιακή διάλυση του στρατοπέδου, αφήνοντας τις ηρωίδες να επιστρέψουν σε μια ρημαγμένη χώρα, κουβαλώντας όμως μέσα τους την περηφάνια ότι δεν λύγισαν.
Το έργο του Λεφούση δεν είναι απλά μια καταγραφή γεγονότων. Είναι ένα μνημείο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη γυναικεία ψυχική δύναμη. Χρησιμοποιώντας τοπικούς ιδιωματισμούς και αυθεντική λαϊκή γλώσσα, ο συγγραφέας καταφέρνει να διασώσει τη φωνή των γυναικών εκείνων που η επίσημη ιστορία προσπάθησε να ξεχάσει.
Το «Νήσος Τρίκερι τη…» παραμένει ένα επίκαιρο μάθημα ιστορικής μνήμης, υπενθυμίζοντάς μας ότι η ελευθερία και η αξιοπρέπεια κερδίζονται με θυσίες, ακόμη και στις πιο σκοτεινές γωνιές των καιρών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου