Υπάρχουν βράδια που η θάλασσα δεν μιλά· ανασαίνει. Η αύρα της φτάνει αργά, σαν χέρι αόρατο που αγγίζει το πρόσωπο χωρίς να ζητά τίποτε. Φέρνει τη γεύση του αλατιού, τη μνήμη μακρινών ταξιδιών και την υπόσχεση πως κάθε ορίζοντας κρύβει κάτι που ακόμη δεν έχει ειπωθεί.
Η αναμονή της πανσελήνου μοιάζει με την αναμονή μιας αποκάλυψης. Το φως δεν έχει ακόμη γεμίσει τον ουρανό, κι όμως όλα φαίνονται να προετοιμάζονται γι' αυτό. Τα κύματα γίνονται πιο υπομονετικά, οι σκιές μακραίνουν, οι άνθρωποι σωπαίνουν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Σαν να γνωρίζουν πως σε λίγο η νύχτα θα φορέσει το πιο φωτεινό της πρόσωπο.
Κάθε πανσέληνος είναι μια υπενθύμιση ότι ακόμη και το σκοτάδι δανείζεται φως. Και η θάλασσα, πιστή συνομιλήτρια του φεγγαριού εδώ και εκατομμύρια χρόνια, το υποδέχεται πρώτη. Το ασήμι της σελήνης σπάζει πάνω στα κύματα και σκορπίζει σε χιλιάδες μικρές ανταύγειες, σαν να έπεσαν στον κόσμο θραύσματα από έναν ουράνιο καθρέφτη.
Ίσως γι' αυτό η αύρα της θάλασσας πριν από την πανσέληνο να μοιάζει διαφορετική. Δεν αλλάζει ο άνεμος· αλλάζει ο άνθρωπος που περιμένει. Μέσα στην προσμονή γίνεται πιο δεκτικός, πιο ήσυχος, πιο πρόθυμος να ακούσει όσα η καθημερινότητα σκεπάζει με τον θόρυβό της.
Κι όταν τελικά το φεγγάρι αναδυθεί πάνω από τον ορίζοντα, καταλαβαίνεις πως η μεγαλύτερη ομορφιά δεν ήταν η ίδια η πανσέληνος, αλλά η σιωπηλή αναμονή της, εκείνη η λεπτή στιγμή όπου η αύρα της θάλασσας και η ελπίδα είχαν ήδη φωτίσει την ψυχή πριν ακόμη φωτιστεί ο ουρανός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου