4/6/26

Το τρένο από το Αγρίνιο που κατέληξε στην Καλαμάτα.

 


Κανείς δεν θυμόταν πότε είχε περάσει για τελευταία φορά τρένο από το Αγρίνιο.

Οι ράγες είχαν σκουριάσει, τα χόρτα είχαν θεριέψει ανάμεσα στα ξύλινα στρωτήρια και ο παλιός σταθμός έμοιαζε περισσότερο με ανάμνηση παρά με κτίριο. Όμως ένα πρωινό του Ιουνίου, λίγο πριν ξημερώσει, ακούστηκε μια σφυρίχτρα.

Μια μακρόσυρτη, βαθιά σφυρίχτρα.

Οι άνθρωποι βγήκαν στα μπαλκόνια. Οι γέροι στα καφενεία σταμάτησαν το τάβλι στη μέση της παρτίδας. Τα σκυλιά σώπασαν.

Και τότε εμφανίστηκε.

Μια μαύρη ατμομηχανή, λες και είχε ξεφύγει από άλλη εποχή.

Στην πρόσοψή της δεν έγραφε αριθμό.

Έγραφε μόνο μία λέξη:

«Επιστροφή».


Οι πόρτες άνοιξαν.

Δεν υπήρχε μηχανοδηγός.

Δεν υπήρχε ελεγκτής.

Μόνο άδειες θέσεις και ένα χαρτί πάνω σε κάθε κάθισμα.

Πάνω στο χαρτί ήταν γραμμένος ένας προορισμός.

Όχι πόλης.

Μιας ανάμνησης.

Ο Μανώλης διάβασε:

«Καλοκαίρι 1974».

Η Ελένη:

«Το σπίτι της γιαγιάς».

Ο Σπύρος:

«Η γυναίκα που δεν φίλησες ποτέ».

Οι επιβάτες κάθισαν χωρίς να μιλήσουν.

Και το τρένο ξεκίνησε.

Δεν ακολουθούσε χάρτες.

Διέσχιζε τοπία που υπήρχαν μόνο μέσα τους.

Περνούσε από χωράφια που είχαν γίνει πολυκατοικίες, από ποτάμια που είχαν στερέψει, από παιδικές αυλές που είχαν χαθεί κάτω από τσιμέντο.

Σε κάθε στάση κάποιος κατέβαινε.

Όχι επειδή έφτασε.

Αλλά επειδή συμφιλιώθηκε.

Ένας γέρος κατέβηκε χαμογελώντας, κρατώντας το χέρι του δεκάχρονου εαυτού του.

Μια γυναίκα κατέβηκε αγκαλιά με τη μητέρα της που είχε πεθάνει πριν είκοσι χρόνια.

Ένας άνδρας κατέβηκε μόνος, αλλά για πρώτη φορά χωρίς το βάρος μιας συγγνώμης που δεν είχε ζητήσει.

Το τρένο άδειαζε όσο προχωρούσε προς τον νότο.


Πέρασε βουνά, λίμνες και κοιλάδες.

Πέρασε ακόμη και μέρη που δεν συνδέονταν ποτέ με σιδηρόδρομο.

Γιατί οι αναμνήσεις δεν υπακούουν στη γεωγραφία.

Όταν έφτασε στην Καλαμάτα, είχε απομείνει μόνο ένας επιβάτης.

Ένας ηλικιωμένος άνδρας με λευκά μαλλιά.

Κατέβηκε αργά στην αποβάθρα.

Κοίταξε τη θάλασσα του Μεσσηνιακού.

Και τότε κατάλαβε γιατί τον είχε φέρει εκεί.

Μικρό παιδί είχε έρθει κάποτε με τον πατέρα του.

Ήταν η τελευταία τους εκδρομή πριν τον χάσει.

Εξήντα χρόνια κουβαλούσε εκείνη τη μέρα χωρίς να το ξέρει.

Το τρένο δεν τον είχε ταξιδέψει από το Αγρίνιο στην Καλαμάτα.

Τον είχε ταξιδέψει από τη λήθη στη μνήμη.

Ο γέρος χαμογέλασε.

Γύρισε να το ευχαριστήσει.

Όμως το τρένο είχε ήδη χαθεί.

Οι ράγες έμεναν άδειες.

Μόνο η σφυρίχτρα ακούστηκε μία τελευταία φορά, κάπου ανάμεσα στη θάλασσα και στον άνεμο.

Και από τότε οι άνθρωποι λένε πως κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα τρένο.

Δεν ξεκινά από κάποια πόλη.

Ούτε καταλήγει σε κάποια άλλη.

Ξεκινά από εκεί που έγινε αυτός που είναι.

Και καταλήγει εκεί όπου θα μπορέσει, επιτέλους, να το καταλάβει.



Δεν υπάρχουν σχόλια: