Στην άνυδρη ράχη του τρομερού
Βεζούβιου,
εκεί όπου η στάχτη
σκεπάζει ακόμη τα όνειρα των νεκρών πόλεων,
ανθίζει το ταπεινό σπάρτο.
Όχι με την αλαζονεία του κέδρου,
ούτε με τη ματαιότητα του ρόδου·
μα ήσυχο, ευωδιαστό,
σαν σκέψη ανθρώπου
που γνώρισε τη δυστυχία
και δεν έπαψε να αγαπά τον ήλιο.
Κάποτε εδώ
αντήχησαν παλάτια,
τραγούδια και θρίαμβοι·
κι ο χρόνος, αδιάφορος άνεμος,
τα σκόρπισε όλα
μες στη μαύρη ανάσα της φωτιάς.
Γιατί η φύση
δεν θυμάται τα ονόματά μας.
Με την ίδια γαλήνη
που γεννά την άνοιξη στον Κόλπος της Νάπολης,
υψώνει και το κύμα της λάβας
πάνω στις στέγες των ανθρώπων.
Κι όμως εσύ, ταπεινό άνθος,
δεν καταριέσαι τον ουρανό.
Λυγίζεις στον άνεμο,
σκορπάς το άρωμά σου στην έρημο,
και μοιάζεις σοφότερο
από τους περήφανους λαούς.
Έτσι κι ο άνθρωπος -
όχι όταν ονειρεύεται αθανασία,
μα όταν γνωρίζει τη νύχτα του
και πλάι στους άλλους στέκει
με καρδιά γενναία.
Διότι μονάχα η κοινή μας μοίρα
είναι αληθινή·
όπως αληθινό είναι το δειλινό
που χρυσώνει για λίγο τη Νάπολη
πριν πέσει πάλι
η αιώνια σιωπή των άστρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου