25/5/26

Η Μυστική Γεωγραφία του Fiordo di Furore.



Το Fiordo di Furore δεν μοιάζει με τόπο· μοιάζει με σκέψη που ξέχασε να γίνει θάλασσα. Λένε πως ο δρόμος της Αμάλφι περνά από πάνω του όπως περνά ο χρόνος πάνω από τα πρόσωπα: χωρίς να σταματά. Κάτω όμως, ανάμεσα στους βράχους, εκεί όπου το φως φτάνει αργά σαν διστακτική αποκάλυψη, υπάρχει ένας μικρός όρμος. Τόσο στενός ώστε το πέλαγος μοιάζει να εισχωρεί εκεί όχι από γεωγραφική ανάγκη αλλά από περιέργεια.

Πήγα εκεί ένα απόγευμα, όταν οι πολλοί τουρίστες είχαν φύγει και οι ψαράδες μιλούσαν μεταξύ τους σε μια διάλεκτο που έμοιαζε περισσότερο με ανάμνηση παρά με γλώσσα. Στη γέφυρα στεκόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με λευκό λινό κοστούμι. Κρατούσε ένα λεμόνι στο χέρι, σαν να ήταν πυξίδα.

«Ξέρετε τι είναι πραγματικά αυτό το φιόρδ;» με ρώτησε χωρίς να με κοιτάξει.

Του απάντησα πως είναι γεωλογικός σχηματισμός.

Χαμογέλασε με εκείνη τη λεπτή ειρωνεία των ανθρώπων που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους σε άχρηστες αλλά επικίνδυνες γνώσεις.

«Όχι. Είναι ρήγμα στον χρόνο.»

Δεν έφυγα. Στις μεσογειακές χώρες οι πιο παράλογες προτάσεις λέγονται πάντοτε με τέτοια φυσικότητα ώστε αποκτούν προσωρινά το δικαίωμα να είναι αληθινές.

Κατεβήκαμε μαζί τα πέτρινα σκαλιά. Ο αέρας μύριζε αλάτι, φύκια και λεμονόφλουδα. Μου εξήγησε πως κάθε τόπος έχει ένα κρυφό αντίγραφο του εαυτού του. Η Βενετία έχει μια δεύτερη Βενετία κάτω από το νερό. Η Ρώμη μια αόρατη Ρώμη φτιαγμένη αποκλειστικά από αναμνήσεις αυτοκρατόρων. Και το "Fiordo di Furore" είχε έναν άλλο χρόνο.

«Ορισμένα βράδια», είπε, «οι νεκροί επιστρέφουν εδώ όχι ως φαντάσματα αλλά ως εκδοχές που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.»

Τον άκουγα όπως ακούμε τα κύματα: δίχως βεβαιότητα, αλλά με κάποια αρχαία συγγένεια.

Μπήκαμε σε ένα παλιό σπίτι ψαράδων, χτισμένο σχεδόν μέσα στον βράχο. Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες ανθρώπων που έμοιαζαν όλοι μεταξύ τους, σαν η ίδια οικογένεια να είχε επαναληφθεί επί αιώνες με μικρές διορθώσεις. Σε μία από αυτές αναγνώρισα τον ίδιο τον γέροντα, νέο, δίπλα σε μια γυναίκα με μαύρα μαλλιά και βλέμμα σχεδόν σκληρό από ομορφιά.

«Η γυναίκα μου», είπε. «Ή μάλλον μία από τις γυναίκες μου

Δεν κατάλαβα.

Άνοιξε τότε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα μικρό τετράδιο. Ήταν γεμάτο ημερομηνίες. Η ίδια ημέρα επαναλαμβανόταν δεκάδες φορές: 29  Μαΐου 1969.

«Εδώ», είπε, «εκείνο το βράδυ, αποφάσισα να μην της μιλήσω. Σ’ έναν άλλο χρόνο, της μίλησα. Σ’ έναν άλλο, φύγαμε μαζί για τη Σικελία. Σ’ έναν άλλο, πέθανε νέα. Το φιόρδ δεν κρατά ανθρώπους. Κρατά πιθανότητες

Έξω είχε αρχίσει να νυχτώνει. Η θάλασσα στο στενό άνοιγμα του φιόρδ είχε πάρει εκείνο το βαθύ μπλε που συναντά κανείς μόνο στους πίνακες ή στα όνειρα πυρετού.

Τότε συνέβη κάτι που ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να αφηγηθώ χωρίς να αισθάνομαι ότι προδίδω τη λογική. Από την απέναντι πλευρά του όρμου είδα έναν δεύτερο άνδρα με λευκό λινό κοστούμι. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος- νεότερος ίσως κατά είκοσι χρόνια. Στεκόταν δίπλα στη γυναίκα της φωτογραφίας.

Δεν μας κοιτούσαν. Περπατούσαν αργά προς τη βάρκα σαν να είχαν μόλις αποφασίσει να φύγουν μαζί.

Ο γέροντας δίπλα μου δεν έδειξε έκπληξη.

«Εκείνος», είπε, «είναι ο εαυτός μου που είχε το θάρρος.»

Έπειτα πρόσθεσε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ:

«Η κόλαση δεν είναι οι λανθασμένες επιλογές. Είναι να συναντάς τις σωστές

Όταν ξανακοίταξα, η άλλη μορφή είχε χαθεί. Μόνο το νερό έμενε, ακίνητο και σκοτεινό σαν καθρέφτης που αρνείται να επιστρέψει το πρόσωπό σου.

Έφυγα αργά τη νύχτα. Από τη γέφυρα κοίταξα για τελευταία φορά το φιόρδ. Για μια στιγμή μού φάνηκε πως κάτω, στο βάθος, υπήρχαν άπειρες εκδοχές του ίδιου τοπίου: διαφορετικές βάρκες, διαφορετικά φώτα, διαφορετικοί άνθρωποι που έκαναν ή δεν έκαναν το μοιραίο λάθος.

Ίσως κάθε άνθρωπος να κουβαλά μέσα του ένα τέτοιο φιόρδ -ένα στενό πέρασμα όπου συνωστίζονται όλες οι ζωές που δεν έζησε.

Και ίσως γι’ αυτό η θάλασσα ακούγεται κάποιες νύχτες σαν ψίθυρος μεταμελημένων θεών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: