Για τον Βεζούβιο η άνοιξη μοιάζει σχεδόν προσβλητική. Το πράσινο απλώνεται πάνω στις πέτρες σαν να μην θυμάται τίποτε.
Χορτάρια φυτρώνουν ανάμεσα σε δρόμους όπου κάποτε έτρεχαν άνθρωποι πανικόβλητοι, ανάμεσα σε τοίχους που κράτησαν για αιώνες την ανάσα του τρόμου. Λουλούδια ανθίζουν σε αυλές που κάποτε είχαν θαφτεί από την στάχτη. Δένδρα θροΐζουν τα φύλλα τους στο δροσερό αεράκι που κατεβαίνει από τις πλαγιές του- τις πλαγιές από όπου πριν αιώνες ξεχύθηκε η λάβα καίγοντας και εξαϋλώνοντας τα πάντα στο πέρασμά της.
Η ζωή έχει αυτή τη σκληρή ευγένεια: συνεχίζει.
Το χορτάρι που σήμερα απλώνεται πράσινο πάνω από τις ρωγμές, δεν αντιστέκεται στη στάχτη. Φυτρώνει εξαιτίας της. Και τα αμπέλια -αυτά τα πιο επίμονα φυτά της Μεσογείου- πίνουν αυτή τη σιωπηλή τέφρα και τη μετατρέπουν σε καρπό, σε κρασί, σε μια μορφή μνήμης που πίνεται. Έτσι η καταστροφή παύει να είναι καθαρό τέλος. Γίνεται κύκλος. Ο θάνατος δεν εξαφανίζει πάντα· καμιά φορά λιπαίνει. Η φωτιά δεν σβήνει μόνο· καμιά φορά θρέφει. Κι όμως, αυτό δεν αναιρεί το εφήμερο -το βαθαίνει.
Γιατί ακόμη κι αυτό που τρέφεται από την καταστροφή, κάποτε θα μαραθεί ξανά. Απλώς τώρα γνωρίζουμε πως μέσα στο τέλος υπάρχει ήδη κάτι που αρχίζει. Ο ήλιος του καλοκαιριού θα το κάψει. Τα χορτάρια θα κιτρινίσουν, θα γίνουν σκόνη, θα χαθούν όπως χάθηκαν φωνές, σώματα, επιθυμίες, αυτοκρατορίες. Ύστερα θα ξανάρθει η βροχή, κι από τις ίδιες ρωγμές θα γεννηθεί πάλι κάτι νέο, εξίσου εύθραυστο.
Γιατί πάνω από όλα αυτά στέκει ο Βεζούβιος.
Φαινομενικά ήρεμος, σχεδόν πατρικός μέσα στο φως του κόλπου της Νάπολης. Μα η ιστορία του είναι μια υπενθύμιση πως τίποτε δεν μένει ακίνητο.
Κάποτε θα εκραγεί ξανά. Όχι από κακία· η φύση δεν γνωρίζει ηθική. Μονάχα κύκλους γνωρίζει -δημιουργία, άνθηση, αφανισμό, επιστροφή.
Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο μάθημα της ζωής: πως η μονιμότητα είναι μια ανθρώπινη φαντασίωση.
Οι άνθρωποι χτίζουν σπίτια, ονόματα, έρωτες, όρκους, πιστεύοντας ότι μπορούν να στερεώσουν τον χρόνο.
Μα ο χρόνος δεν στερεώνεται.
Απλώς περνά.
Το εφήμερο δεν είναι εξαίρεση του κόσμου· είναι ο νόμος του.
Το λουλούδι ανθίζει επειδή θα μαραθεί.
Ο έρωτας συγκλονίζει επειδή δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα την πρώτη του φωτιά.
Η ζωή αποκτά αξία ακριβώς επειδή γνωρίζει το τέλος της.
Και έτσι η Πομπηία δεν είναι μόνο μια νεκρή πόλη.
Είναι ένας καθρέφτης.
Μας δείχνει πως ακόμη και κάτω από την τέφρα, η ζωή θα ξαναβγάλει χορτάρι -και πως ακόμη και πάνω στο πιο πράσινο χορτάρι, κάποτε θα πέσει πάλι στάχτη.







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου