City Lights: το αξεπέραστο αριστούργημα του Τσάρλι Τσάπλιν.
Το 1931, ενώ ο ομιλών κινηματογράφος είχε ήδη κυριαρχήσει στο Χόλιγουντ, ο Τσάρλι Τσάπλιν πήρε ένα τεράστιο ρίσκο: επέλεξε να γυρίσει μια βουβή ταινία. Το αποτέλεσμα; «Τα Φώτα της Πόλης» (City Lights) έγιναν μια από τις πιο εμπορικές και καλλιτεχνικά επιτυχημένες ταινίες όλων των εποχών, αποδεικνύοντας ότι η δύναμη της εικόνας και του συναισθήματος δεν χρειάζεται λέξεις για να συγκινήσει.
Η Πλοκή.
Η ιστορία ακολουθεί τον γνωστό, ρομαντικό περιπλανώμενο Σαρλό, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει στους σκληρούς δρόμους της μεγάλης πόλης. Η ζωή του αλλάζει ριζικά όταν συναντά μια τυφλή, πανέμορφη ανθοπώλισσα και την ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Από μια παρεξήγηση, η κοπέλα πείθεται ότι ο Σαρλό είναι ένας πάμπλουτος εκκεντρικός κύριος, και εκείνος, μην θέλοντας να τη στεναχωρήσει, διατηρεί αυτή την ψευδαίσθηση.
Την ίδια περίοδο, ο Σαρλό σώζει τη ζωή ενός πραγματικού εκατομμυριούχου που επιχειρεί να αυτοκτονήσει. Ο πλούσιος άνδρας γίνεται ο καλύτερος φίλος του Σαρλό – αλλά μόνο όταν είναι μεθυσμένος! Όταν ξεμεθάει, δεν τον αναγνωρίζει καν και τον πετάει έξω από το σπίτι.
Όταν ο Σαρλό μαθαίνει ότι υπάρχει μια πρωτοποριακή εγχείρηση που μπορεί να χαρίσει στην ανθοπώλισσα την όρασή της, ξεκινά έναν απεγνωσμένο αγώνα για να μαζέψει τα χρήματα. Δουλεύει ως οδοκαθαριστής, δέχεται να παλέψει σε έναν ξεκαρδιστικό αλλά επικίνδυνο αγώνα μποξ, και τελικά καταφέρνει να εξασφαλίσει το ποσό μέσω του μεθυσμένου φίλου του. Όμως, κατηγορείται άδικα για κλοπή και οδηγείται στη φυλακή.
Η ταινία κορυφώνεται μήνες μετά, όταν ο ρακένδυτος πλέον Σαρλό αποφυλακίζεται και συναντά ξανά την κοπέλα. Εκείνη, έχοντας βρει το φως της, διατηρεί ένα επιτυχημένο ανθοπώλειο και δεν τον αναγνωρίζει με τα μάτια, μέχρι τη στιγμή που το άγγιγμα των χεριών τους αποκαλύπτει την αλήθεια.
Κριτική της Ταινίας.
-Μια Ισορροπία Ανάμεσα στο Γέλιο και το Δάκρυ.
Το μεγαλείο των «Φώτων της Πόλης» κρύβεται στην απόλυτη ισορροπία του. Ο Τσάπλιν καταφέρνει να συνδυάσει το αγνό χιούμορ με το αυθεντικό μελόδραμα. Η σκηνή του αγώνα μποξ είναι ένα χορογραφημένο κωμικό θαύμα που προκαλεί αυθόρμητο γέλιο, ενώ δευτερόλεπτα μετά, η αγωνία του ήρωα για την τύχη της αγαπημένης του σφίγγει το στομάχι.
-Κοινωνική Κριτική με Φόντο το Κραχ.
Γυρισμένη στην καρδιά της Μεγάλης Ύφεσης, η ταινία αποτελεί μια καυστική σάτιρα της αμερικανικής κοινωνίας. Ο διπολικός χαρακτήρας του εκατομμυριούχου –που αγαπά τον φτωχό μόνο όταν είναι εκτός εαυτού από το αλκοόλ και τον περιφρονεί όταν είναι νηφάλιος– είναι ένα πανέξυπνο σχόλιο για την υποκρισία των ανώτερων τάξεων και την κοινωνική ανισότητα.
-Το Συγκλονιστικότερο Φινάλε του Σινεμά.
Αν υπάρχει ένας λόγος που η ταινία μνημονεύεται σχεδόν έναν αιώνα μετά, αυτός είναι τα τελευταία της λεπτά. Το φινάλε της ταινίας «Τα Φώτα της Πόλης» έχει αναγνωριστεί παγκοσμίως ως μία από τις πιο συγκινητικές, συναισθηματικά φορτισμένες και συγκλονιστικές σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου.
Ο Σαρλό βγαίνει από τη φυλακή, έχοντας εκτίσει ποινή για μια κλοπή που δεν διέπραξε. Είναι πιο ρακένδυτος, βρώμικος και ταλαιπωρημένος από ποτέ. Περνά τυχαία έξω από ένα πολυτελές, καινούργιο ανθοπωλείο. Μέσα στο κατάστημα κάθεται η τυφλή κοπέλα. Πλέον έχει βρει το φως της, χάρη στην εγχείρηση που πλήρωσε ο Σαρλό. Η κοπέλα δεν τον αναγνωρίζει. Μάλιστα, αστειεύεται με τη μητέρα της για τον «ρομαντικό» πλούσιο που φαντάζεται ότι τη βοήθησε, ενώ λυπάται τον φτωχό αλήτη που κοιτάζει από το τζάμι. Από καθαρή ευγένεια, βγαίνει έξω για να του προσφέρει ένα λουλούδι και ένα νόμισμα. Καθώς ακουμπά το νόμισμα στην παλάμη του, τα δάχτυλά τους ενώνονται. Τα μάτια της ανοίγουν διάπλατα. Μέσω της αφής, αναγνωρίζει αμέσως τη ζεστασιά και τη μορφή των χεριών που τη φρόντιζαν.
Η ταινία κλείνει με δύο από τις πιο διάσημες κάρτες διαλόγου στην ιστορία:
Κοπέλα: «Εσείς;»
Σαρλό: «Μπορείτε να δείτε τώρα;»
Κοπέλα: «Ναι, μπορώ να δω τώρα.»
Το Τελευταίο Πλάνο: Ο Σαρλό την κοιτάζει, δαγκώνοντας το δάχτυλό του και κρατώντας το λουλούδι. Στο πρόσωπό του αποτυπώνεται ένα κράμα ντροπής, αγωνίας και απόλυτης ευτυχίας. Το πλάνο σβήνει σε μαύρο.
Η Ειρωνεία της Όρασης: Το απόλυτο παράδοξο είναι ότι η κοπέλα, που πλέον μπορεί να δει, ήταν εντελώς «τυφλή» απέναντι στην ταυτότητά του χρησιμοποιώντας τα μάτια της. Κατάλαβε την αλήθεια μόνο όταν ενεργοποιήθηκε η αίσθηση της αφής και η μνήμη της καρδιάς.
Η Δύναμη της Σιωπής: Ο Τσάπλιν δεν χρησιμοποίησε καθόλου λόγο. Το συναισθηματικό βάρος στηρίζεται αποκλειστικά στα κοντινά πλάνα, στις εκφράσεις του προσώπου και στη μουσική που έγραψε ο ίδιος.
Ανοιχτό Τέλος: Ο θεατής δεν μαθαίνει ποτέ αν οι δυο ήρωες έζησαν μαζί ή αν το κοινωνικό χάσμα μεταξύ τους στάθηκε τελικά ανυπέρβλητο.
Ο Τσάπλιν γύριζε τη συγκεκριμένη σκηνή για μέρες. Απαιτούσε το απόλυτο, καθώς ήξερε ότι όλο το οικοδόμημα της ταινίας κρινόταν από αυτά τα τελευταία λεπτά. Στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν καθόταν δίπλα στον Τσάπλιν. Μάρτυρες ανέφεραν ότι ο κορυφαίος επιστήμονας έκλαιγε με λυγμούς κατά τη διάρκεια αυτής της σκηνής.
«Τα Φώτα της Πόλης» αποτελούν ορόσημο για τον Τσάρλι Τσάπλιν, καθώς ήταν η πρώτη φορά που ο ίδιος συνέθεσε εξ ολοκλήρου το "soundtrack" μιας ταινίας του. Μην ξεχνάμε ότι το 1931 ο ομιλών κινηματογράφος είχε ήδη κυριαρχήσει. Ο Τσάπλιν, όμως, αρνήθηκε πεισματικά να δώσει φωνή στον Σαρλό. Αντίθετα, χρησιμοποίησε τη νέα τεχνολογία του ήχου για να ντύσει την ταινία με μια ζωντανή, συγχρονισμένη ορχήστρα που αντικαθιστούσε πλήρως τον λόγο. Ο Τσάπλιν, αν και δεν ήξερε να γράφει παρτιτούρες, σφύριζε τις μελωδίες στους συνεργάτες του για εβδομάδες, αποδεικνύοντας ότι ήταν ένας ολοκληρωμένος, ιδιοφυής δημιουργός. Το κεντρικό μουσικό θέμα της ταινίας είναι το πασίγνωστο ισπανικό τραγούδι "La Violetera" του Χοσέ Παντίγια, το οποίο ο Τσάπλιν μετέτρεψε στο απόλυτο μοτίβο του έρωτα. Η μουσική στην ταινία δεν είναι απλώς ένα «χαλί» υποκρουσης· σατιρίζει τους πολιτικούς στην εναρκτήρια σκηνή (όπου οι ομιλίες τους ακούγονται σαν ενοχλητικά πνευστά όργανα), δίνει ρυθμό στον ξεκαρδιστικό αγώνα μποξ και απογειώνει συναισθηματικά το φινάλε. Στην τελευταία, συγκλονιστική σκηνή της αναγνώρισης, η μουσική κορυφώνεται με μια απίστευτα φορτισμένη εκτέλεση του "La Violetera", που σπαράζει την καρδιά και βοηθά στο να θεωρείται η σκηνή αυτή ανξεπέραστη.
Συμπέρασμα.
«Τα Φώτα της Πόλης» δεν είναι απλώς μια ταινία της χρυσής εποχής του βουβού κινηματογράφου. Είναι ένα διαχρονικό μάθημα ανθρωπιάς, μια ωδή στην ανιδιοτελή αγάπη και η τρανή απόδειξη ότι η μεγάλη τέχνη δεν χρειάζεται ειδικά εφέ ή διάλογο για να αγγίξει την ψυχή του θεατή. Μια ταινία που πρέπει να δει κάθε άνθρωπος τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου